Ένα Πατριαρχικό Ομόλογο και η συντεχνία των γουναραίων στην Κωνσταντινούπολη

 

Γράφει ο Λεωνίδας Πουλιόπουλος

Αφορμή για να γραφτεί το άρθρο αυτό, δημιουργήθηκε, όταν ένας αγαπητός συνεργάτης και φίλος, εκ Σιατίστης ορμώμενος, ο βιβλιοθηκονόμος Μπούρτσος Αθανάσιος,  που συμμερίζεται και αυτός τις ιστορικές μας ανησυχίες, μας τροφοδότησε με μια ενδιαφέρουσα ΄΄ ανακάλυψη ΄΄, που αφορά την τοπική μας ιστορία, γι’ αυτό τον ευχαριστούμε ιδιαίτερα. Το είπαμε πολλές φορές και θα το επαναλάβουμε μέχρι να το εμπεδώσουμε και να το αξιοποιήσουμε. Η τοπική μας ιστορία είναι ένα ανεκμετάλλευτος θησαυρός που περιμένει υπομονετικά να τον  εκμεταλλευτούμε και να τον αναδείξουμε. Είναι ένα ασυναγώνιστο συγκριτικό πλεονέκτημα της πατρίδας μας και των συμπατριωτών μας, που δημιουργήθηκε διαχρονικά, μας χαρίσθηκε απλόχερα και χρέος μας είναι να το αναδείξουμε.  Άλλοι προσπαθούν να δημιουργήσουν ιστορία πλαστογραφώντας την και εμείς την έχουμε στα πόδια μας  και την κλωτσάμε.

Το εν λόγο ομόλογο αναφέρεται σε μια σύναψη δανείου 10.000 γροσίων,  που συνήψε το Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης το 1811 με Μονή του Αγίου Όρους. Η Σκήτη αυτή βρίσκεται στην νοτιοανατολική πλευρά του Αγίου Όρους , ακούει στο όνομα Ιερά Σκήτη Καυσοκαλυβίων[1] και θα ευπορούσε βέβαια τότε για να μπορεί να δανείσει ένα τόσο σημαντικό ποσό στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, που αυτό πάλι όπως ήταν γνωστό βρισκότανε συχνά σε οικονομικές στενοχωρίες. (Όπως αναφέρεται σε δημοσίευμα του  περιοδικού ΄΄ Νέα Εστία΄΄ το 1942).

Οικουμενικός Πατριάρχης ήταν τότε ο Ιερεμίας ο Δ΄ που επατριάρχευσε από το 1809 έως το 1813. Αξιοσημείωτο είναι ότι δεν θεωρήθηκε επαρκής η υπογραφή του Οικουμενικού Πατριάρχου και των πέντε συνοδικών Μητροπολιτών ως εγγυητών, παρά χρειάσθηκε να συνυπογράψουν ως μάρτυρες για την σύναψη του δανείου και εκπρόσωποι του σωματείου των γουναράδων. Οι γουναράδες αυτοί (αλλιώς και γουναραίοι ή γουνάριοι), ήταν έμποροι γουναρικών στην Κωνσταντινούπολη, ως επί το πλείστον Έλληνες ιδίως από τα μέρη της Δυτικής Μακεδονίας. Η συντεχνία αυτή και κυρίως οι προϊστάμενοι του ισναφίου, <<αρχιγούναροι>> ή <<αρχιγουνάριοι>> είχαν σε όλα τα πρωτεία αμέσως μετά τους άλλους <<άρχοντες>> στο Φανάρι, αναφέρεται στο σχετικό δημοσίευμα.

Στο δημοσίευμα αυτό μεταξύ άλλων αναφέρεται ότι, στο ομόλογο εκτός από τα ονόματα του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ιερεμία, αναφέρονται και 5 ονόματα ιεραρχών ως εγγυητές ήτοι, του Φιλοθέου Κεσαρείας, Μελετίου Ηρακλείας, Αθανασίου Νικομηδείας, Γερασίμου Χαλκιδόνος και Ιεροθέου Παροναξίας.

<<….. Οι εκ του Συστήματος των Γουναράδων μαρτυρούμεν ότι ίσον εστί.  Ιωβανάκη Κυριάκου, Μπαλάσης Ασημάκη Καψημάλη, Γεώργιος Κωνσταντίνου Φενερλή, Θεοδωράκης Επίτροπος, Θεόφιλος Κωνσταντίνου, Δημήτριος Λευθέρογλου Επίτροπος, Μιτακος(;) Χατζή μανόλι, Γεωργάκης Κωνσταντίνου Επίτροπος…….Γεωργίου, Σταυρης Στεφάνου, Παναγιοτάκης (;) γραμματικός>>.

Στο τέλος του άρθρου στο περιοδικό υπογράφει ο ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΤΖΑΡΤΖΑΝΟΣ[2].

Συμπέρασμα: Το ιστορικό αυτό εύρημα δείχνει ότι 200 περίπου χρόνια μετά την γέννηση του Μανωλάκη του Καστοριανού (1620-1690) το σωματείο των γουναραίων της Κωνσταντινούπολης, που αποτελούνταν κυρίως από Δυτικομακεδόνες και κατά πλειοψηφία Καστοριανούς, είχε μεγάλη οικονομική δύναμη, επιρροή και δραστηριότητα στα κοινωνικοοικονομικά δρώμενα στην Κωνσταντινούπολη. Οι δράσεις αυτές δηλαδή της ευεργεσίας, φιλανθρωπίας, φιλοπατρίας κλπ., ήταν μια έκφραση ή ένα πρώιμο στάδιο αυτού που ονομάζουμε σήμερα Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη, και  γίνεις πλέον μέρος του  στρατηγικού σχεδιασμού κυρίως των επιχειρήσεων και άλλων οργανισμών.

Προσάρτημα για την συντεχνία των γουναράδων από τους βυζαντινούς χρόνους ακόμη: (Όπως το βρήκαμε στο διαδίκτυο σε άρθρο της Αγγελικής Χατζημιχάλη). 

<<….Παντού σε όλες τις πόλεις, πρωτοστατούν στην εποπτεία των νοσοκομείων οι πρωτομαστόροι των μεγάλων συντεχνιών, στα Γιάννινα, στην Καστοριά, Θεσσαλονίκη, Πόλη, Αδριανούπολη κ.λπ. Στους πρωτομαΐστορες των ισναφιών ως τίμιους και ευυπόληπτους και πάνω από όλους τους αρχιγουναράδες, σαν αρχηγούς του ισχυροτέρου ισναφιού εμπιστεύονται ο Πατριάρχης και οι Μητροπολίτες των πόλεων «το κουτί της ελεημοσύνης» ή «το κιβώτιον ελέους». Η ευεργετική του χρήση, που καθιερώνεται από τον μέγα Χρυσόστομο, συνεχίζεται στη βυζαντινή εποχή και εξακολουθεί να εφαρμόζεται και στην τουρκοκρατία. Οι πρωτομαστόροι, ως επίτροποι, εισπράττουν τις προσόδους του κιβωτίου που απαρτίζονται από τον οβολό του κάθε χριστιανού, καθώς και από τις συνεισφορές των εκκλησιαστικών, πολιτικών και λοιπών συστημάτων, όπως και από τις συνδρομές πλουσίων Ελλήνων φιλανθρώπων. Τις διαθέτουν για να ελευθερώνουν τους σκλάβους, να πληρώνουν τους φόρους των φτωχών φυλακισμένων και γενικά να περιθάλπουν κάθε φτωχό και δυστυχισμένο. Η περίθαλψη και μέριμνα για τους φυλακισμένους, όπως και η απαλλαγή τους από τα τουρκικά κρατητήρια θεωρούνταν από όλους τους Έλληνες, και κατ’εξοχήν από τους επαγγελματίες, όπως πιστοποιείται από διάφορα κείμενα, σαν ύψιστο χριστιανικό και εθνικό καθήκον. Γι’αυτό πολλοί και από τους εμπορευόμενους ξενητεμένονς στέλνουνε ταχτικά χρήματα για το σκοπό αυτό και μεγάλοι ευεργέτες αφήνουν με τις διαθήκες τους σημαντικά ποσά για τη συντήρηση και απελευθέρωσή τους. Παράδειγμα ο περιώνυμος Επιφάνιος ηγούμενος της οικογένειας των μεγάλων γουναράδων Ζωσιμαδών, ο ιδρυτής της Επιφανείου Σχολής στα Γιάννινα, που στη διαθήκη του (1647 εν Ενετία) εκτός από τα ποσά που κληροδοτεί για αγαθοεργούς και εκπαιδευτικούς σκοπούς αφήνει και 1000 δουκάτα «ίνα με το διάφορόν των αποφυλακίζωνται από τας φυλακάς της Γιάννινας πτωχοί χριστιανοί».(23) Αργότερα στις αρχές του ΙΘ’ αιώνα που οι φυλακισμένοι πολλαπλασιάζονται και οι ανάγκες τους γίνονται επείγουσες και επιταχτικές το Πατριαρχείο ιδρύει μόνιμη 8μελή επιτροπή από αντιπρόσωπους των τριών μεγαλυτέρων συντεχνιών, τρεις αντιπρόσωπους από τους γουναράδες, τρεις από τους μπακάληδες και δύο από τους τακιαντζήδες (εμπόρους υφασμάτων και κατασκευαστές ενδυμασιών). Στους οχτώ αυτούς ισναφλήδες αναθέτει το Πατριαρχείο σαν εθνική αποστολή τη φροντίδα και απελευθέρωση των φυλακισμένων χριστιανών(24)…..>>

<<…Τα ισνάφια των γουναράδων ξαπλώνονται από τα πρώτα χρόνια της σκλαβιάς και μάλιστα ακμάζουν από τον ΙΣΤ’ αι., κυρίως στά Γιάννινα, στη Μοσχόπολη, τη Λάρισσα, την Καστοριά, Μπιτόλια (Μοναστήρι), Σιάτιστα, Κοζάνη, Σαλονίκη, Σέρρες, Πόλη, Αδριανούπολη, Φιλιππούπολη κ.λπ. Στην Πόλη μάλιστα το ισνάφι των γουναραίων ήταν το πρώτο από όλα τα ισνάφια της Βασιλίδας των Πόλεων, τόσο που να εξελιχθεί σε αυτόνομο τραπεζικό οργανισμό. Εκπροσωπούσε την εμπορική και οικονομική κίνηση όχι μόνο της Πόλης αλλά και ολόκληρης της Χώρας. «Οι έμποροι των γουναρικών και αυτοί οι σισυρορράπται(29), Γραικοί ως επί το πλείστον(30), γράφει ο Σκαρλ. Βυζάντιος(31), επροχώρουν αείποτε επί μέγα δυνάμεως παρά τοις Κρατούσι. Και ευρίσκομεν, ακόμη επί των Αυτοκρατόρων Σελήμ του Β΄ και Μουράτ του Γ’ , ισχύοντας τα μέγιστα εν ΚΠ, διά το μετά της Ρωσίας εμπόριον των γουναρικών, τους αδελφούς Καντακουζηνούς, Μιχαήλ και Κωνταντίνον, υιούς ίσως του ενδοξοτάτου άρχοντος, καθώς τον τιτλοδοτεί ο Μαλαξός, Δημητρίου του Καντακουζηνού… Των αδελφών τούτων, ο μεν Κωνσταντίνος κατώκει εν τω Γαλατά και ήτον Μέγας Πραγματευτής ή επί του Τελωνείου (Μπαζιργκιάνμπασης)· ελάμβανε δε κατ’έτος 60.000 φλωρία, ίνα προμηθεύη τα αναγκαία πολύτιμα υφάσματα και πετράδια, ιδίως δε τα εκ της Ρωσίας γουναρικά, ως είπομεν, εις τό Σαράι. Ο δε Μιχαήλ διέτριβε το πλείστον εν τη παρά τον Εύξεινον Πόντον Αγχιάλω… Ο υιός αυτού ενυμφεύθη θυγατέρα των Ραλαίων, ιδιοπραγούντων εν Αδριανουπόλει· την δε θυγατέρα του υπανδρεύσας τω 1576, έδωκεν αυτή προίκα 20.000 φλωρίων, εκτός των φορεμάτων και άλλων πολυτίμων κειμηλίων και επροσκάλεσεν εις τους γάμους τον Πατριάρχην, Ιερεμίαν τον Β’, τον επιλεγόμενον,.Τρανόν…>>.

[1] Σκήτη Καυσοκαλυβίων  ή Αγίας Τριάδος υπάγεται στην μονή Μεγίστης Λαύρας.

[2]  Φιλόλογος και γλωσσολόγος , γεννήθηκε στον Τύρναβο το 1873 και απεβίωσε τον Ιούνιο του 1946.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

κοινοποίηση

shares