Καστοριά

Μεσημέρι σε δροσερή μέρα του Αυγούστου (της Ντίνας Αγράμπελη)

Φυσάει. Σήμερα αναγνωρίζω στον δροσερό αέρα κάτι από τα παλιά. Έχω ανοιχτές όλες τις μπαλκονόπορτες και σιδερώνω. Το καλοκαίρι μπήκε μέσα στο δωμάτιο και κάνουμε παρέα. Δεν απολογείται που με σιγόψησε για μέρες, δεν του καταλογίζω, λέξη δεν λέμε, μόνο πίνουμε από το ίδιο ποτήρι γουλιά γουλιά λεμονάδα με φύλλα δυόσμου και ακούμε τα φύλλα της συκιάς που θροίζουν στον διπλανό ήπιο. Μια μέλισσα προσπαθεί να τρυπώσει, ζζζζζ, ζζζζζζ, την σταματάει η κουρτίνα, εκείνη επιμένει, θα νικήσει η κουρτίνα και η δική μου επιθυμία.

Από κάπου έρχεται μυρωδιά τηγανητής πιπεριάς και ακούγονται θόρυβοι από πιάτα και μαχαιροπήρουνα που στρογγυλοκάθονται σε καθαρό τραπεζομάντηλο περιμένοντας να στρωθεί το κυριακάτικο τραπέζι, ένα παιδί φωνάζει “μαμά θα πέσω” φαίνεται πως δοκιμάζει τους φόβους της μάνας του και επειδή τίποτα δεν του μοιάζει και τόσο επικίνδυνο, συνεχίζει να φωνάζει “θα πέσω σου λέω” πέφτει, ακούγονται κλάμματα και η φωνή της που το παρηγορεί “έτσι μεγαλώνουν τα παιδιά”, ένα αυτοκίνητο παρκάρει, “ακόμα κι αν φύγεις για την άκρη του κόσμου, θάσαι πάντα δικός μου, θαυμάστε πάντα μαζί” κλείνουν οι πόρτες του, σταματάει το τραγούδι.

 

 

Back to top button