Ημερολόγιο συνόρων: “Μόρια” (γράφει ο Γρηγόρης Στεφάνου)

 

«Η Μόρια είναι αποθήκη», είπε με έμφαση. Η Μόρια είναι αποθήκη ανθρώπων συμπλήρωσε με διάθεση ενημέρωσης κι αγανάκτησης μαζί, ένας ντόπιος μεσήλικας ,όταν τον ρώτησα διερευνητικά ,και κάπως φοβισμένα είναι αλήθεια, για τους πρόσφυγες ….
Κυριακή απόγευμα , βιαζόμουν να φτάσω στον καταυλισμό πριν σουρουπώσει .Σ΄όλο το δρόμο προς τη χώρα πηγαινοέρχονταν οι πρόσφυγες .
Γονείς με τα παιδιά στα καροτσάκια ,γυναίκες με μαντήλια στα μαλλιά και φουστάνια ως τον αστράγαλο ,ηλικιωμένοι ,νέοι ….
Αλλόκοτο θέαμα . Το μικρό γραφικό χωριό γέμιζε από τα μπουλούκια των ανθρώπων που από κάθε άποψη έμοιαζαν παράταιροι .
Ακατάστατα ντυμένοι ,αγέλαστοι ,οι περισσότεροι βρώμικοι και ταλαιπωρημένοι .
Μόνο κάποιες λίγες παρέες νέων ντυμένοι με σκουρόχρωμα κατατσαλακωμένα ρούχα έδειχναν ,με ζωηρές κινήσεις και πειράγματα, κάπως ανάλαφροι.
Κατηφορίζοντας το πλακόστρωτο κοίταγαν διερευνητικά τις αυλές των σπιτιών τα περισσότερα από τα οποία φαίνονταν καλά προστατευμένα. Κανά δυο μάλιστα είχαν περίφραξη στα όρια της υπερβολής ,εφάμιλλη της Αμερικάνικης πρεσβείας θα έλεγα!
Στην έξοδο του χωριού προς τον καταυλισμό κάποια παιδιά ξυπόλυτα μετέφεραν κλαδιά απ τα χωράφια ,κάποια άλλα παραδίπλα έβαζαν φωτιά και κάθονταν τριγύρω.
Περνούσα δίπλα τους….
Οι μεγαλύτεροι ,όσοι δεν είχαν τη φροντίδα των μωρών, ή την παρέα των δικών τους ένιωθα να με κοιτούν επίμονα ,τόσο που άρχισα να αισθάνομαι μια σχετική ανασφάλεια .
Βλέμματα σφιχτά με κάρφωναν λοξά γεμάτα απάθεια και ενόχληση .
Δεν τόλμησα να αφήσω το αυτοκίνητο .Οδηγούσα αργά ρίχνοντας κλεφτές ματιές στους καθρέφτες και προσπαθώντας να σταθμίσω τον ενδεχόμενο κίνδυνο .
Αραιά και που ,κι όταν δεν είχα μπουλούκια σε μικρή απόσταση, σταματούσα για μια γρήγορη φωτογραφία .
Πολύχρωμη Βαβέλ , πρόσωπα από όλα τα μέρη . Λευκοί καυκάσιοι ,κίτρινοι Σινο- μογγόλοι, αφρικανοί ,Πακιστανοί ,Σύριοι ….τα πάντα .Τόσο διαφορετικοί ,αλλά και τόσο όμοια δυστυχισμένοι.
Λίγο πιο κάτω είδα δυο άντρες σκαρφαλωμένους σ ένα μαντρότοιχο να κόβουνε λεμόνια . Μόλις μ αντιλήφθηκαν τσακίστηκαν να κατεβούν . Με κάμποσα «πλίζ» και «δεν πειράζει» μπόρεσα να κρατήσω τον έναν .
«Χασίμ» ή κάπως έτσι ….από Ιράκ ,μου λέει διστακτικά . Με νοήματα και λίγα κουτσοαγγλικά μου εξηγεί πως έσφαξαν κάποιους από την οικογένειά του κι αναγκάστηκε να φύγει .Τον ρωτάω για τον καταυλισμό. Δε φαίνεται ευχαριστημένος κι αμέσως μου δηλώνει πως λείπουν τα βασικά τα για τα παιδιά , γάλα, ψωμί κ.α.
Γιατί να τον πιστέψω ; σκέφτομαι….
Αλλά κι από την άλλη ,τι νόημα έχει ,αν λέει ή όχι την αλήθεια ; Ένας άνθρωπος φερμένος από του διαόλου τη μάνα στεκόταν μπρός μου σαν ικέτης με έκδηλη συστολή και βλέμμα ξεκάθαρα υποτακτικό .
Ντράπηκα .
Του πρότεινα να τον φωτογραφήσω κι αμέσως ,κάνοντας ένα βήμα πίσω, έριξε το βάρος στο ένα του πόδι παίρνοντας ύφος ευαρέσκειας .
Χωρίσαμε με χειραψία .
Συνέχισα με τα αμάξι. Παρακάτω ξεδιάλυνα τα λυόμενα του καταυλισμού . Λευκό σύννεφο μέσα στο δάσος ,κουτιά το ένα πάνω στ άλλο και από μακριά να φτάνει ένας θόρυβος σαν πανηγύρι . Τάχυνα για να φτάσω . Σε λίγο κοντά στην πύλη το ίδιο θέαμα : άνθρωποι να περιφέρονται πέρα δώθε , παράγκες από νάιλον κι από τσίγκο ,κάποιοι μικροπωλητές ,καντίνα, το λεωφορείο της γραμμής ασφυκτικά γεμάτο .
Όλα ακατάστατα ,απέπνεαν μια ένταση που μ έκανε πολλές φορές ν αναζητήσω με τα μάτια την κλούβα της αστυνομίας που ήταν παραδίπλα .
«Κλείδωσε πρώτα τα αμάξι , αν δε θές να πληρώσεις κανά πενηντάρικο για να σε πάω Μυτιλήνη» μου πε ο ταξιτζής όταν κινήθηκα προς το μέρος του .
Κλείδωσα και άκουσα τι είχε να μου πει . «Της πουτάνας γίνεται…» , «Τη βλέπεις αυτή ;» Μου δείχνει μια μαύρη σαν να τη σημαδεύει . «Εκδίδεται!» Λέει καταγγελτικά.
Κάτι παρόμοια είπε και για άλλους ………
«Αυτή τη στιγμή εδώ μέσα έχει εφτά χιλιάδες», «Βόμβα σου λέω…» , «Κάποια στιγμή θα σκάσει» είπε μ έμφαση κι απέχθεια.
Τον ευχαρίστησα και πήγα προς την πύλη .Φράχτης ,συρματόπλεγμα κι απ την πόρτα δεξιά να αραδιάζουν φρόνιμα οι εξοδούχοι του απογεύματος .
Έκανα κάμποσα βήματα μέσα ,δε με σταμάτησε κανείς .Με κοιτούσαν αλλόκοτα ,διερευνητικά. Αισθάνθηκα ανασφάλεια ,πισωγύρισα και αναζήτησα τον άνθρωπο της πύλης . Ευγενικός κι απόλυτα εξοικειωμένος με την όλη κατάσταση μου΄πε δυο λόγια για τις συνθήκες στον καταυλισμό και μου΄δωσε ένα σλάιντς με το μαιλ όπου μπορούσα να υποβάλω αίτημα για μια κανονική επίσκεψη . Την ίδια ώρα μια ομάδα αστυνομικών χωρίς ένταση ,αλλά με πλήρη εξάρτηση, περνούσε μέσα.
Βγαίνοντας απ την πύλη στάθηκα λίγα μέτρα παραπέρα και έβλεπα τον καταυλισμό .Τα άσπρα σπιρτόκουτα στοιβαγμένα στην πλαγιά και γύρω το συρματόπλεγμα , όμοιο μ αγκάθινο στεφάνι.
«Τι γίνεται εδώ;» , «Πώς να διαχειριστούν τόσοι άνθρωποι τη μνήμη το χρόνο και την προσδοκία δίχως να χάσουν την ψυχή τους;»
Εφτά χιλιάδες εδώ μέσα ; Ένα Άργος σα να λέμε !
Μου φάνηκε αποπνικτική ακόμη και η σκέψη της συνύπαρξης τόσων ανθρώπων σε ένα τόσο περιορισμένο χώρο .
Αποθήκη ! Καλά είπε ο τύπος στο χωριό ,σκέφτηκα. Έτσι εξηγούνται τα άδεια βλέμματα ,οι αδιάφορες ματιές ,τα επικριτικά καρφώματα .Άνθρωποι που ταξίδεψαν εκατοντάδες χιλιόμετρα ,που πλήρωσαν δουλεμπόρους ,θαλασσοπνίχτηκαν και έχασαν δικούς τους, βαλτώνουν σ ένα στρατόπεδο στη Μόρια .
Πολύ σύντομα το βλέμμα του Χασίμ θα χάσει την ευγένεια του ικέτη .Πολύ σύντομα θα αδειάσει από ελπίδα κι ανθρωπιά .Πολύ σύντομα ο Χασίμ ,ο κάθε Χασίμ , θα γίνει επικίνδυνος για τον εαυτό του και τους άλλους.
Πέρασαν πέντε μέρες για να μπορέσω να γράψω δυο γραμμές που δε θα ξεκινούσαν με βρισίδια .Η Μόρια είναι ντροπή .Όχι της κακομοίρικης Ελλάδας που έχασε το μπούσουλα απ τα μνημόνια .Η Μόρια είναι ντροπή της Ευρώπης και του Κόσμου ολόκληρου. Γιατί η Ευρώπη και η πολιτισμένη δύση ασέλγησαν προκλητικά στις Χώρες του Χασίμ ,και του κάθε Χασίμ.
Δεν ξέρω πια αν στείλω το αίτημα για την «κανονική επίσκεψη» ,ούτε αν έχει νόημα να μελετήσω με τους μαθητές τη δυστυχία των ανθρώπων.
Το θέμα δεν ενδείκνυται για μελέτη εργαστηρίου .Οι καλοταϊσμένες ΜΚΟ ,οι ντόπιοι προμηθευτές των κέτερινγκ κι οι ιδιοκτήτες δωματίων τρίβουν τα χέρια τους με το προσφυγικό .
«Πρόσφυγες νάχουμε για να δουλεύουμε» μούπε κάποια στιγμή μια ανόητη στη Μυτιλήνη.
Η Μόρια είναι ντροπή και Μόριες υπάρχουν πάμπολλες .
Είναι οι Γκουέρνικες της εποχής μας…

Γρηγόρης Στεφάνου

 

 

 

 

 

 

shares