“Ένας χωρισμός” στην Κινηματογραφική Λέσχη Καστοριάς

Όσκαρ και Χρυσή Σφαίρα καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας – Χρυσή Άρκτος στο Φεστιβάλ Βερολίνου και δεκάδες άλλα βραβεία

Α Separation/Jodaeiye Nazer az Simin. 
Ιράν, 2011.

Σκηνοθεσία-σενάριο: Ασγκάρ Φαραντί.

Ηθοποιοί: Πεϊμάν Μοααντί, Λεϊλά Χαντάμι, Σάρεχ Μπαγιάτ, Σαρίνα Φαραντί. 123′

Εικόνα των κοινωνικών και άλλων προβλημάτων του σημερινού Ιράν μέσα από την ιστορία ενός ζευγαριού, που αποφασίζει να πάρει διαζύγιο, σε μια αριστουργηματική σπαραχτική ταινία -Χρυσή Άρκτος στο Φεστιβάλ Βερολίνου- δοσμένη με λεπτότητα και οξυδέρκεια.

Σ’ένα ρεαλιστικό κινηματογράφο, με όλα τα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα της σύγχρονης ιρανικής κοινωνίας, στρέφεται ο γνωστός σκηνοθέτης Ασγκάρ Φαραντί στην ταινία του «Ενας χωρισμός». Η ταινία αρχίζει στο δικαστήριο, με ένα ζευγάρι να ζητά διαζύγιο: η Σιμίν θέλει να εγκαταλείψει το Ιράν μαζί με την 11χρονη κόρη της και ο άντρας της, Νάντερ, θέλει να παραμείνει στο Ιράν, για να φροντίζει τον πατέρα του, που πάσχει από Αλτσχάιμερ. Η Σιμίν εγκαταλείπει προσωρινά το σπίτι, περιμένοντας την κόρη της ν’ αποφασίσει ποιον από τους δυο τους θ’ ακολουθήσει, ενώ ο Νάντερ προσλαμβάνει μια έγκυο γυναίκα (η οποία μαζί φέρνει και τη μικρή της κόρη) να φροντίζει τον πατέρα του. Ενα, όμως, ατύχημα με τον άρρωστο πατέρα, όταν η έγκυος γυναίκα τον αφήνει μόνο, και το γεγονός ότι αυτή δεν έχει πει στον άντρα της πως έχει αρχίσει να εργάζεται, οδηγούν σε παρεξηγήσεις και συγκρούσεις και προκαλούν ρήξη στις σχέσεις ανάμεσα στα διάφορα πρόσωπα.

Ο Φαραντί (δημιουργός τής επίσης βραβευμένης «Σχετικά με τον Ελι»), αναπτύσσει με λεπτομέρεια τις διάφορες καταστάσεις, καταγράφοντας με εξαιρετική λεπτότητα τις σχέσεις ανάμεσα στα πρόσωπα, τις μεταπτώσεις στη συμπεριφορά τους, συμπεριφορά συχνά απερίσκεπτη, που, όμως, επηρεάζει τα παιδιά γύρω τους. Παράλληλα, με την ίδια λεπτότητα και οξυδέρκεια, μας δίνει και μια εικόνα των πολύπλοκων κοινωνικών, θρησκευτικών και άλλων καταστάσεων της χώρας του, με τις πολιτισμικές και άλλες συγκρούσεις, την επίδραση της θρησκείας (όπως στη σκηνή όπου η γυναίκα που φροντίζει τον άρρωστο πατέρα του Νάντερ, ζητά την έγκριση του ιμάμη, για να αγγίξει το γυμνό σώμα του άντρα στο μπάνιο), τη θέση της γυναίκας στη σύγχρονη ιρανική κοινωνία, αλλά και θέματα τιμής, που οδηγούν σε επικίνδυνες συγκρούσεις.

Η αφήγηση έχει ένα δικό της, θαυμάσιο ρυθμό, από τον οποίο δεν λείπει και το σασπένς, με μεγάλα, εικαστικά, συναρπαστικά πλάνα συνόλου, που τοποθετούν τα πρόσωπα στο κοινωνικό τους περιβάλλον, με τον Φαραντί να αντιμετωπίζει τα πρόσωπά του αντικειμενικά, χωρίς προσωπικές ηθικές κρίσεις, αφήνοντας το θεατή να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα. Δεν είναι τυχαίο πως στα πρώτα κιόλας πλάνα στο δικαστήριο βλέπουμε το ζευγάρι να εξηγεί στο δικαστή, το καθένα ξεχωριστά, κοιτάζοντας κατευθείαν στην κάμερα (δηλαδή το κινηματογραφικό κοινό) τη δική του άποψη. Με σιγουριά, αλλά και διακριτικότητα, ο Φαραντί ξεπερνά το απλό οικογενειακό δράμα, για να μας προσφέρει μια συναρπαστική, συγκλονιστική ταινία, αντάξια εκείνων των συμπατριωτών του, Τζαφάρ Παναχί και Αμπάς Κιαροστάμι.

Δέκα με τόνο στο Ιράν

Εμεινα με το στόμα να χάσκει σαν παλιάλογο. Από το Ιράν; Από το Ιράν. Ούτε ηθογραφία ούτε τριτοκοσμική κλάψα είναι. Το ίδιο περιστατικό θα μπορούσε να συμβεί από τη Νέα Υόρκη μέχρις εδώ. Το λένε «Ενας χωρισμός», και σε όλα τα επίπεδα είναι αριστοτεχνικό!

Δέκα με τόνο η σκηνοθεσία. Δέκα με τόνο το σενάριο. Δέκα με τόνο η φωτογραφία. Δέκα με τόνο το ντεκουπάζ. Δέκα με τόνο η ρυθμολογία. Δέκα με τόνο οι ερμηνείες. Ολων. Τα δύο μικρά κορίτσια βάζουν τα γυαλιά σε όλες τις μεγάλες κυρίες. Υποκλίνομαι στον μεγιστοτεράστιο Ασγκάρ Φαραντί. Που πριν δύο χρόνια μας είχε ευλογήσει μ’ ένα επίσης αριστοτεχνικό αντίδωρο, που το έλεγαν «Τι απέγινε η Ελι».

Για να καταλάβετε τον ενθουσιασμό μου, τον οποίο μοιράζομαι με την Κριτική Επιτροπή του Φεστιβάλ Βερολίνου 2011, η οποία απένειμε στον Φαραντί και Χρυσή Αρκτο καλύτερης ταινίας και τα δύο βραβεία ερμηνειών (γυναικείας – ανδρικής) σε όλους τους πρωταγωνιστές, για να καταλάβετε, λοιπόν, από το πρώτο πλάνο μέχρι το τελευταίο λεπτό, κρατιόμουν από τα χέρια της πολυθρόνας μου σαν νά ‘βλεπα θρίλερ χιτσοκοκικό!

Η ιστορία πηγαινοέρχεται ανάμεσα σε δύο οικογένειες. Που μέσα σ’ έναν κυκεώνα αντιφάσεων, ανακρίσεων, κοινωνικών συγκρούσεων και σφραγισμένων μυστικών καταλήγουν σε πόλεμο φρικτό. Η πρώτη, από το μικρομεσαίο στρώμα. Οι δύο σύζυγοι χωρισμένοι. Ενδιαμέσως ο ανήμπορος από Αλτσχάιμερ πατέρας του συζύγου και μια δωδεκάχρονη, σιωπηλή και ταυτόχρονα γεμάτη σοφία και αξιοπρέπεια κόρη.

Η δεύτερη οικογένεια από την κατώτερη τάξη. Γυναίκα, άντρας και μια μικρή, πολύ μικρή κόρη. Απίστευτη σε ήθος και καταλυτική ειλικρίνεια. Ανεργος ο πατέρας. Η μάνα ταλαιπωρημένη, τρομοκρατημένη αλλά από σεμνότητα και εγκράτεια φτιαγμένη. Εκείνη λοιπόν αποφασίζει, προφανώς κρυφά από τον άντρα της, να ξεσκατίζει τον πατέρα του μικρομεσαίου που πάσχει από Αλτσχάιμερ. Το πρόβλημα δημιουργείται όταν μια μέρα ο μικρομεσαίος καταφθάνει νωρίς στο σπίτι του και έντρομος βλέπει τον πατέρα του ημιθανούς σωριασμένο στο πάτωμα και κοντά σ’ αυτό αντιλαμβάνεται ότι έχουν κλαπεί μερικά λεφτά. Ποιος ο ένοχος; Φυσικά η… φιλιππινέζα. Γι’ αυτό την σπρώχνει και την διώχνει αλλά εκείνη ορκίζεται ότι δεν έχει κλέψει μισή δεκάρα.

Ομως την επόμενη μέρα μαθαίνει ότι από το σπρώξιμο η γυναίκα απέβαλε πάνω στον τέταρτο μήνα και πως αυτός ως σχεδόν δολοφόνος κινδυνεύει να αρπάξει μερικά χρόνια φυλακή. Τι έγινε; Ποια η αλήθεια; Ποιο το ψέμα; Μπας και είναι σκευωρία των δύο φτωχών να τον εκβιάσουν και να του αρπάξουν ζεστό και μπόλικο χρήμα; Μπας και εκείνος ως ανώτερος ταξικά συμπεριφέρθηκε ως κτήνος σε μια ανύμπορη γυναικεία ύπαρξη; Μπας και κάτι άλλο συμβαίνει που ξεπερνάει όλα αυτά;

Ετσι αρχίζουν οι κόντρες. Ετσι φουλάρει, αργά αλλά σταθερά ο μηχανισμός του θρίλερ. Ετσι ξεδιπλώνονται μπροστά μας οι χαρακτήρες. Ετσι αποκαλύπτονται φόβοι, ανασφάλειες, ενδοοικογενειακές αντιπαλότητες, όλα όσα συγκροτούν και ταυτόχρονα διαρρηγνύουν τον ιστό μιας οικογένειας. Ετσι απ’ αυτό το περιστατικό ξεφλουδίζει ο Φαραντί με επιδεξιότητα και δραματουργία μοναδική μια ολόκληρη κοινωνία, έναν κόσμο, όλους εμάς. Για να το πω πιο απλά. Τέτοιες ταινίες μία κάθε δύο χρόνια. Και αν!

provoles.gr

 

 

Διαμοιράστε το άρθρο:

Σχολιάστε

Η διευθυνση email σας ΔΕΝ θα δημοσιοποιηθεί(ενημερωθείτε για την πολιτική ανάρτησης σχολίων στο fouit.gr απο εδώ) *

*