Μοχάμεντ Άλι: Το νοκ άουτ που «γέννησε» έναν μύθο

Είχαν περάσει τέσσερα χρόνια από τον θρίαμβο της Ρώμης. Ο Κάσιους Μαρσέλους Κλέι είχε ασπαστεί τον Ισλαμισμό και απαιτούσε απ΄όλους να τον αποκαλούν «Αδελφό» Μοχάμεντ Αλι. Σε ηλικία 22 ετών στέφθηκε για πρώτη φορά παγκόσμιος πρωταθλητής βαρέων βαρών, νικώντας με τεχνικό νοκ άουτ τον Σόνι Λίστον στο Μαϊάμι Μπιτς. Ηταν 25 Φεβρουαρίου του 1964…

Ολες οι μεγάλες μορφές του αθλητισμού έχουν τη δική τους ιστορία, που μοιάζει με παραμύθι. Για τον Αλι τα πάντα ξεκίνησαν από ένα κλεμένο ποδήλατο, το 1954 στο Λούισβιλ του Κεντάκι. Ο 12χρονος Κάσιους αποφάσισε να «εκδικηθεί» αυτόν τον τύπο που τού έκλεψε το ποδήλατο και πήγε σ΄ένα γυμναστήριο. «Θα πρέπει πρώτα να μάθεις μποξ» του είπαν και λίγες εβδομάδες αργότερα ο μικρός έδωσε τον πρώτο του αγώνα εναντίον του… κλέφτη! Και τον κέρδισε…

Το 1960 στη Ρώμη, μόλις στα 18 του, ο γιος του Κάσιους του πρεσβύτερου και της Οντέσα κατακτά το χρυσό Ολυμπιακό μετάλλιο. Ομως, οι κοινωνικές διακρίσεις που επικρατούσαν τότε, δεν άφηναν μακριά από τα «πλοκάμια» τους ούτε έναν Ολυμπιονίκη. Κατά το διάστημα της προετοιμασίας του για τον αγώνα με τον Λίστον, ο Κλέι συναντήθηκε με τον Μάλκολμ Χ, εκπρόσωπο των Ισλαμιστών, και μέσα σε λίγες ημέρες αποφάσισε να αλλάξει το όνομά του σε Κάσιους Χ, όπου το γράμμα «Χ» αντιπροσωπεύει το επώνυμο που στερήθηκαν οι προγονοί του, όταν μεταφέρθηκαν ως σκλάβοι στις ΗΠΑ πριν από αιώνες.

Σύντομα «βαφτίστηκε» Μοχάμεντ Αλι, υπό την καθολική αποδοκιμασία των Αμερικανών που δεν μπορούσαν να συμβιβαστούν με τη στάση του. Αντίθετα, βρήκε πολλούς συμμάχους όταν το 1967 αρνήθηκε να παρουσιαστεί στο στρατό για να πολεμήσει στο Βιετνάμ, λέγοντας χαρακτηριστικά: «Δεν έχω κανένα πρόβλημα μ΄αυτούς τους Βιετκόγκ…» Ομως, αυτό είχε ως συνέπεια να χάσει την άδεια του επαγγελματία πυγμάχου. Του αφαίρεσαν τη ζώνη του πρωταθλητή, του πήραν το διαβατήριο, τον έφεραν στα πρόθυρα πενταετούς φυλάκισης. Ομως, ο Μοχάμεντ Αλι προετοίμαζε την επιστροφή του, όταν το κλίμα θα είχε αναστραφεί…

Αυτό έγινε στις αρχές της επόμενης δεκαετίας και το 1970 ο Αλι αντιμετώπισε τον Τζο Φρέιζερ στο «Μάντισον Σκουέρ Γκάρντεν» της Νέας Υόρκης. Πάλεψε σκληρά, αλλά έχασε, αφού η απουσία 2,5 χρόνων από τα ριγκ τον είχε βγάλει εκτός ρυθμού. Ο διάσημος «χορός» του, η κίνηση των ποδιών που ήταν το μεγάλο του πλεονέκτημα, έπρεπε να ανακτηθεί.

Η μεγάλη ευκαιρία παρουσιάστηκε το 1974, όταν ο γνωστός μάνατζερ Ντον Κινγκ συμφώνησε με την κυβέρνηση του (πρώην) Ζαϊρ να φιλοξενηθεί στην Κινσάσα ο αγώνας για τον τίτλο των βαρέων βαρών, ανάμεσα στον Αλι και τον Τζορτζ Φόρμαν. Πριν τον αγώνα, ο Αλι φρόντισε να υπενθυμίσει σε όλους ότι δεν είχε αλλάξει τα «πιστεύω» του: «Κανείς δεν ήξερε την Κορέα μέχρι που έγινε ο πόλεμος. Κανείς δεν ήξερε το Βιετνάμ μέχρι τον πόλεμο. Κανείς δεν ήξερε το Ζαΐρ μέχρι να αγωνισθώ εγώ σε αυτή τη χώρα. Και σας διαβεβαιώνω ότι πήρα πολύ λιγότερα χρήματα, απ΄όσα δαπανούνται για έναν πόλεμο».

Τότε, το 1974, όσοι βρέθηκαν στην Κινσάσα παρακολούθησαν ίσως τον καλύτερο αγώνα στην ιστορία της επαγγελματικής πυγχαμίας. Μια αναμέτρηση που έμεινε στα χρονικά ως «Ομοβροντίες στη ζούγκλα» (Rumble in the Jungle), με τον Φόρμαν να «σφυροκοπά» ασταμάτητα για επτά γύρους τον παγκόσμιο πρωταθλητή. Η επιστροφή του Αλι στον όγδοο γύρο, ήταν κάτι το πρωτόγνωρο και ανεπανάληπτο, αφού «εξερράγη» σαν βραδυφλεγής βόμβα και με διαδοχικά χτυπήματα πέταξε τον Φόρμαν στο καναβάτσο, υπό τις ιαχές χιλιάδων Αφρικανών, που θεωρούσαν τον Αλι «δικό τους άνθρωπο»: «Ali Bomaye», «Αλι, σκότωσέ τον…»

Ο Μοχαμεντ Αλι ολοκλήρωσε την καριέρα του με 56 νίκες (37 με νοκ άουτ) και 5 ήττες. Σε όλη αυτή τη διαδρομή είχε δίπλα του (κάποια από) τις τρεις  συζύγους του και τα εννέα παιδιά του

Οσο σπουδαίος ήταν μέσα στα ριγκ, τόσο… σπάταλος αποδείχθηκε στην προσωπική του ζωή, γεγονός που τον ανάγκασε να αγωνίζεται μέχρι τα 38. Ο τελευταίος αγώνας του, το 1980 εναντίον του Τρέβορ Μπρέμπικ, ήταν μια ταπείνωση για τον Μοχάμεντ Αλι. Οχι μόνο επειδή γνώρισε την ήττα από έναν πυγμάχο που σήμερα ελάχιστοι θυμούνται, όσο γιατί τα πρώτα συμπτώματα της νόσου Πάρκινσον είχαν αρχίσει να διαφαίνονται, στην κίνηση και την ομιλία του. Δύο χρόνια αργότερα, η ιατρική διάγνωση επιβεβαίωσε την τραγωδία και έχει μείνει σε όλους ανεξίτηλη η εικόνα του Αλι να ανάβει, με χέρια τρεμάμενα, την φλόγα στην Ατλάντα, στην τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων του 1996. Κατόρθωσε να ζήσει με αξιοπρέπει 20 χρόνια ακόμα και απεβίωσε σε νοσοκομείο της Αριζόνα από σηπτικό σοκ στις 2 Ιουνίου του 2016.

 

ΞΕΡΑΤΕ ΟΤΙ…:

Το 1967, στον τελευταίο αγώνα πριν του αφαιρεθεί η άδεια επαγγελματία πυγμάχου, ο Μοχάμεντ Αλι αντιμετώπισε τον Ερνι Τέρελ. Στο (παραδοσιακά… επεισοδιακό) ζύγισμα και τη συνέντευξη Τύπου που ακολούθησε, ο Τέρελ για να τον «πικάρει» τον αποκαλούσε συνεχώς «Κλέι». Ο Αλι δεν το ξέχασε και όταν, στον μεταξύ τους αγώνα, τον… ξάπλωσε στον 5ο γύρο, πήγε από πάνω του και φώναξε: «Πώς με λένε; Πές μου πώς με λένε;»

AΠΕ

Σχολιάστε

Η διευθυνση email σας ΔΕΝ θα δημοσιοποιηθεί(ενημερωθείτε για την πολιτική ανάρτησης σχολίων στο fouit.gr απο εδώ) *

*

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.