Ποτέ δε θα σου πει… (της Μαρίας Κανδύλη)

Άρπαξε το ποτήρι και το στράγγιξε. Διψούσε τόσο πολύ!!!
Διψούσε για συναισθήματα και κείνο το κρυστάλλινο ποτήρι ξέχειλο πειρασμούς θαρρείς. Ούτε μια σταγόνα δε χωρούσε πια. Και ήταν τόσο δροσερό και έκανε τόση ζέστη.
Από την πάλη του θερμού με το κρύο στην εξωτερική επιφάνεια είχαν σχηματιστεί αιχμάλωτοι υδρατμοί που κατρακυλούσαν δραπετεύοντας -σα δάκρυα- χαράζοντας προσωρινά μονοπάτια.
Σα δάκρυα; Μα όχι… Ήταν δάκρυα!!!!
Τα αγνόησε.
Αγνόησε πως προειδοποιούσαν κι έλεγαν.. “Μη το πιεις….μη αν δεν έχεις τη δύναμη ν’ αντέξεις μετά. Είναι ένα ποτήρι γεμάτο συναισθήματα μα αν δεν αντέχεις είναι ένα ποτήρι γεμάτο δηλητήριο.. Αντίδοτο δεν υπάρχει, ανοσία δεν θα σου χαριστεί’’.
Δεν έδωσε σημασία στα δάκρυα, δεν κοίταξε με υποψία το διάφανο υγρό. Μόνο με λαχτάρα. Διψούσε τόσο!!!
Μεγάλες γουλιές, γενναίες και κείνο να ρέει μονόδρομα, αμετάκλητα, να ποτίζει, να αλλάζει κάθε κύτταρο, να καταστρέφει, να αναγεννά.
Χωρίς ανάσα.
Ποιος μπορεί να ξέρει τι ήταν; Ποιος θέλει να μάθει; Φτάνει που ξεδίψασε και άφησε σα νικητής το ποτήρι πάνω στο τραπέζι σκουπίζοντας τα αόρατα ίχνη με την ανάστροφη του χεριού. Φτάνει που αναστέναξε βαθιά απ’ τα μύχια της ύπαρξης.
Κι αν τώρα, κι αν τώρα που φεύγει χάνει το βήμα κι αν τρεκλίζει ποτέ δε θα σου πει αν είναι επειδή μέθυσε απ τα συναισθήματα ή το δηλητήριο, αν η καρδιά γέμισε χρώματα ή τα σωθικά καίγονται απ τον πόνο. Ποτέ δε θα σου πει. Το ποτήρι του το άδειασε. Κάπου θα υπάρχει και το δικό σου. Θα το καταλάβεις απ’ τα δάκρυα κι απ’ τη δίψα.
Μαρία Κ.