“Στη λίμνη των κύκνων” (της Ξένιας Γουδή)


Κάποτε, σε μία πανέμορφη και γραφική πόλη, την Καστοριά…ζούσε μία κοπέλα που την έλεγαν Ελπίδα.
Η Ελπίδα, από πολύ μικρό κορίτσι λάτρευε και θαύμαζε τους κύκνους της λίμνης.
Τους λάτρευε τόσο πολύ, που αφιέρωνε ώρες ολόκληρες κάθε μέρα μαζί τους και τους θαύμαζε άλλο τόσο, γιατί ένιωθε στο βλέμμα και στην αύρα τους πόσο ξεχωριστά, μαγικά και πεντάμορφα πλάσματα ήταν.
Της άρεσε περισσότερο να παίρνει τα βιβλία της, να πηγαίνει κάτω από την αγαπημένη της ιτιά και να διαβάζει ιστορίες και λογιών λογιών παραμύθια.
Οι αγαπημένοι της κύκνοι την συντρόφευαν φυσικά πάντα, αφού πλέον την ένιωθαν τόσο κοντά τους και τόσο δική τους.
Ήταν…λες και η ίδια ήταν ένας μεταμορφωμένος κύκνος…σε άνθρωπο.

Ένα καλοκαιρινό σούρουπο λοιπόν, που η Ελπίδα έγραφε στο ημερολόγιο της κάτω από τη σκιά της γερο ιτιάς, την πλησίασε ξαφνικά ένας παράξενος άντρας.
“Γειά σου κοριτσάκι!”, της είπε.
Η Ελπίδα τρόμαξε αμέσως… ομως αντικρίζοντας τον, καθησύχασε κάπως, γιατί κατάλαβε πως ήταν ένας ψαράς, που απλά έδεσε την βάρκα του παραδίπλα στη λίμνη.
“Γειά σας”, του απάντησε!
“Τι κάνεις μόνη σου εδώ?”, ρώτησε.
Και καθώς η Ελπίδα του απαντούσε πως έρχεται πολύ συχνά και διαβάζει, εκείνος ξαφνικά παρατήρησε να αστράφτει κάτι στο δάχτυλο του χεριού της.
Ήταν ένα καταπράσινο, μονόπετρο δαχτυλίδι που της το είχε δώσει δώρο η μητέρα της όταν ήταν μικρή.
“Ωραίο δαχτυλίδι φοράς”…της είπε χαμογελαστά…όμως η Ελπίδα ένιωσε και μία περίεργη ειρωνεία στο πρόσωπο του.
Διστακτικά και κρύβοντας το χέρι με το δαχτυλίδι στην δεξιά της τσέπη, του είπε ευχαριστώ.

Τότε ξαφνικά το πρόσωπο του άγνωστου ψαρά αγρίεψε.
Την πλησίασε κι άλλο και τότε με βαριά και αγριεμένη φωνή της είπε:
“Δωσ’ το μου!!!”

Η Ελπίδα τρομοκρατήθηκε…Έκανε δυό βήματα προς τα πίσω, ομως με πείσμα του φώναξε: “ΟΧΙ!!!!”.
Είχε τόση συναισθηματική αξία το δαχτυλίδι της μητέρας της για κεινη, που η ανάγκη της για να το σώσει, την ανάγκασε να θυμώσει τον ψαρά και να τον κάνει με την άρνηση της να ορμήσει πάνω της με βία.
Προσπαθούσε να βγάλει το δαχτυλίδι από το χέρι της, ενώ η Ελπίδα του φώναζε να την αφήσει και τον χτυπούσε με δύναμη στο στήθος.
Η Ελπίδα άρχισε να φωνάζει βοήθεια…
Ο ψαράς τότε πανικοβλήθηκε περισσότερο και από τον φόβο του να μην την ακούσει κανείς, πήρε ασυναίσθητα μια μεγάλη πέτρα από το έδαφος και χτύπησε με όλη του την δύναμη την Ελπίδα στο κεφάλι…

Όλα τα πουλιά πέταξαν ξαφνικά από τα δέντρα…
Οι κύκνοι εξαφανίστηκαν…

Σιωπή…

Ο ψαράς ακινητοποιήθηκε για λίγα δευτερόλεπτα αφού κατάλαβε πως η κοπέλα δεν κρατούσε πια καμία αντίσταση.
Τότε ένιωσε κάτι να τον καίει στο δεξί του χέρι.
Ήταν το αίμα που κυλούσε από την Ελπίδα…καθώς το καημένο το κορίτσι ξεψύχισε εκείνη τη στιγμή στην αγκαλιά του.

Ο ψαράς τρομαγμένος, άφησε την Ελπίδα από τα χέρια του.
Πανικοβλημένος πήγε να φύγει τρέχοντας…
Όμως αφού απομακρύνθηκε λίγο, σταμάτησε ξαφνικά και γύρισε το κεφάλι του προς τα πίσω.
Είδε το σώμα της Ελπίδας εκεί…ακίνητο…άβουλο….νεκρό.
Δεν μπορούσε να την αφήσει έτσι…
Αν τον ανακάλυπταν, η ζωή του θα τελείωνε και θα ήταν καταδικασμένη μέσα σε ένα κελί.
Δεν το ήθελε. Είχε και οικογένεια…

Κοίταξε τότε γύρω του και αφού είδε πως δεν υπήρχε κανείς…γύρισε στην Ελπίδα, την πήρε στην αγκαλιά του και την έβαλε μέσα στη βάρκα, αφού πρώτα την σκέπασε με κάτι παλιά κουρέλια που είχε μέσα σε αυτήν.
Έπρεπε κάπου να κρύψει το πτώμα.
Κι έτσι έκανε…

Περίμενε να βραδιάσει, να μην υπάρχει ψυχή στην περιοχή, ώστε να βάλει τέλος μια και καλή σε αυτήν την αποτρόπαια πράξη του.
Ήταν οι στιγμές που δεν ήξερε πως να νιώσει φόβο και τύψεις, πάρα μόνο ένα απερίγραπτο θάρρος για να εξαφανίσει κάθε στοιχείο και ανάμνηση από αυτό που έκανε.
Σκέφτηκε λοιπόν τη σπηλιά του δράκου.

Στη σπηλιά του δράκου δεν έμπαινε για χρονια κανείς.
Ο φόβος των κατοίκων της πόλης, τους έκανε να διστάζουν να πλησιάσουν στην περιοχή, πόσο μάλλον τη σπηλιά, αφού ο μύθος λέει, πως κάποτε ήταν χρυσορυχείο και ο δράκος το φύλαγε και σκότωνε με τις φλόγες του όποιον τολμούσε να μπει μέσα.

Έτσι λοιπόν αφού κόντευε δύο ή ώρα τα μεσάνυχτα και η νύχτα είχε σκεπάσει τα πάντα, ο ψαράς κατάφερε και διέλυσε κάθε φόβο που είχε, πήρε το σώμα της δύσμοιρης κοπέλας και το έσυρε όσο πιο βαθιά μπορούσε στη σπηλιά.
Το άφησε πίσω από κάτι βράχους και έντρομος από το σκοτάδι και την πράξη του, έφυγε τρέχοντας προς τα έξω.
Έτρεξε και εξαφανίστηκε…

Η εξαφάνιση της Ελπίδας κράτησε την πόλη αναστατωμένη για αρκετούς μήνες.
Δεν κατάλαβε ποτέ και κανείς τι έγινε..
Αν έφυγε από μόνη της ή αν κάποιος της έκανε κακό.
Η οικογένεια της όμως δεν ηρεμούσε και ήταν οι μοναδικοί που πίστευαν πως η Ελπίδα δεν ζούσε πια.
Η μόνη λύτρωση για την πονεμένη μάνα, ήταν να μπορέσει να ξανά δει έστω και για τελευταία φορά την Ελπίδα…
Αν μπορέσει…
Με όποιο τρόπο…κι αν αυτό ήταν δυνατόν…

Το επόμενο καλοκαίρι λοιπόν…ένα όμορφο σούρουπο πάλι, η μητέρα της θέλησε να πάει στο αγαπημένο μέρος της Ελπίδας.
Εκεί…στη λίμνη…κάτω απ’ την γερο ιτιά.
Να καθίσει παρέα με τους κύκνους και να νιώσει την αύρα της πολυλατρεμένης και μονάκριβης κόρης της.
Φτάνοντας εκεί όμως, δεν αντίκρισε τίποτα και κανέναν.
Ξαφνικά άδειασε ψυχικά ολόκληρη…
Ένα τεράστιο ρίγος τη διαπέρασε και αμεσως ξέσπασε σε κλάματα.
Γιατί με τη φαντασία απλά και τα μάτια της ψυχής της, είδε την εικόνα της κορούλα της να κάθεται όπως τότε και να διαβάζει με τις ώρες τα αγαπημένα της παραμύθια, παρέα με τους αγαπημένους φτερωτούς της φίλους.

Τότε ξαφνικά…απ’ το πουθενά…ένας ολόλευκος, πανέμορφος κύκνος εμφανίστηκε μπροστά της…
Εκείνη σάστισε…
Σταμάτησε να βαριανασαίνει και να βγάζει λιγμούς και αμεσως τον κοίταξε στα μάτια…
Ο κύκνος…κοίταξε στα μάτια εκείνη.
Για μερικά δευτερόλεπτα η ατμόσφαιρα ήταν τόσο ηλεκτρισμένη που κανείς απ τους δυό δεν κουνιόταν.

Τότε ο κύκνος γύρισε και άρχισε να απομακρύνεται…
Η γυναίκα δεν ήθελα να τον χάσει από τα μάτια της.
Κάτι ένιωσε στο βλέμμα του και κάτι βαθύ πήρε από την ψυχή του.
Ένα κίνητρο…μια δύναμη να τον ακολουθήσει.

Προχωρούσαν παράλληλα.
Ο κύκνος στα νερά της λίμνης…εκείνη παραλίμνια στο μονοπάτι της…

Τότε σταμάτησε…
Άλλο δεν προχωρούσε…
Την ξανά κοίταξε και με τεράστια δύναμη άνοιξε τα φτερά του…
Η μητέρα της Ελπίδας κοίταξε τότε πίσω της και παρατήρησε ξαφνικά ότι βρίσκονταν έξω από τη σπηλιά του δράκου.
Γύρισε το κεφάλι να ξανά δει τον κύκνο…
Δεν υπήρχε τίποτα…
Ο κύκνος είχε εξαφανιστεί!!!
Η γυναίκα τότε προβληματίστηκε…
Ένιωσε χαμένη…δεν ήξερε τι να κάνει.
Ξάφνου, διέκρινε κάτι μικρό να λάμπει στην είσοδο της σπηλιάς…κάτω στο έδαφος…ανάμεσα σε κάτι κόκκινες και κίτρινες τουλίπες…
Πλησίασε και αυτό που είδε…δεν πίστευε στα μάτια της.
Ήταν το πράσινο μονόπετρο δαχτυλίδι που είχε κάνει δώρο η ίδια στην Ελπίδα.
Προφανώς είχε πέσει από το χέρι της εκείνο το μοιραίο βράδυ, που ο άντρας προσπάθησε να κρύψει εκείνη και κάθε άλλο ίχνος της.
Έσκυψε…το πήρε στα χέρια της…το φίλησε και σηκώνοντας το κεφάλι της κοίταξε στο βάθος της σπηλιάς…
Πλέον ήξερε…

Έτρεξε αμέσως στην πόλη και ζήτησε να την βοηθήσουν, να μπουν και να ψάξουν στη σπηλιά.

Το κορίτσι φυσικά και βρέθηκε…
Ο δολοφόνος της όμως…Ποτέ!!!
Ούτε και ο λόγος για τον οποίον έδωσε κάποιος τέλος σε αυτό το πλάσμα.

Όμως η μάνα έστω κι έτσι ήταν πια ήρεμη…
Κι αυτό ξέρετε γιατί;;;

Γιατί το ίδιο βράδυ που βρέθηκε η Ελπίδα…η μητέρα της πριν πάει για ύπνο…μία δύναμη εσωτερική, την ώθησε να ανοίξει την κουρτίνα του παραθύρου της και να δει δίπλα στις αγαπημένες τριανταφυλιές της τον ολόλευκο, πανέμορφο κύκνο που είχε δει εκείνο το σούρουπο στη λίμνη…

Τον κοίταξε κατάματα για μία τελευταία φορά…Την κοίταξε κι αυτός και τότε άνοιξε τα φτερά του…πέταξε στον ουρανό κι εξαφανίστηκε…!!!

Η γυναίκα κούνησε το κεφάλι της και χαμογελαστά ψυθίρισε…
“Γειά σου Ελπίδα μου…
Γειά σου κύκνε μου…”

Ξ.Γ.

shares