Γάζες… (της Μαρίας Κανδύλη)

 

Έλεγε πως ήταν γιατρός. Ήρθε στο χωριό μια Πέμπτη χωρίς αποσκευές, χωρίς τίποτα. Με τα πόδια.

Κανείς δεν τον πίστεψε, μάλιστα ήταν σίγουροι πως ήταν ζητιάνος. Όλα παλιά, όλα κουρελιασμένα πάνω του όμως φαινόταν ήσυχος, ήσυχοι ήταν κι αυτοί κι έτσι τον άφησαν να μείνει σε μια καλύβα δίπλα στο ποτάμι. Μια καλύβα που δεν την ήθελε κανείς αλλά αυτή πεισματικά δεν κατέρρεε.

Την έφτιαξε όσο μπόρεσε. Ίσα-ίσα να μην ανοίγει η πόρτα με το παραμικρό φύσημα του αέρα και όταν έβρεχε να μην εισβάλλει μέσα όλο το νερό. Περνούσαν μόνο αποφασισμένες σταγόνες και κάτι πεφταστέρια που κανείς δεν είχε προλάβει να δει για να ευχηθεί.
Ο γιατρός !!!!! Ο γιατρός!!!! έλεγαν γελώντας τα παιδιά σαν κατέβαινε στην πλατεία. Το ίδιο έλεγαν και οι μεγάλοι.

Μα τι σόι γιατρός ήταν αυτός που δεν μπορούσε να γιατρέψει τον ίδιο του τον εαυτό; Γεμάτος φανερές πληγές ήτανε, τις κρυφές δεν τις έβλεπαν κι ας ήταν μεγαλύτερες.
Σιγά-σιγά ξεθάρρεψε και αν τον ρωτούσες απαντούσε πως φτιάχνει γάζες με βότανα.

Όχι μιας χρήσης.

Και πράγματι τον έβλεπαν το χάραμα, με ένα μικρό καλάθι γεμάτο σταγόνες της αυγής που είχε κόψει απ τα τρυφερά αγριόχορτα, γεμάτο σπόρους που είχε βρει ανάμεσα σε ξεχασμένες λέξεις. Τον έβλεπαν και το σούρουπο με το ίδιο καλάθι που όμως -εκείνες τις ώρες- γέμιζε με τις ευχές που δεν είχαν προλάβει να ειπωθούν στα πεφταστέρια που φώλιαζαν στην καλύβα, γεμάτο σπόρους που είχε βρει ανάμεσα σε ξεχασμένες λέξεις.

Όλα αυτά για τις γάζες που δεν ήταν μιας χρήσης.

Με τον καιρό δεν είχε πια φανερές πληγές, ίσως ούτε κρυφές. Ποιος ξέρει; Το γεγονός ήταν πως άρχισαν να τον εμπιστεύονται και να πηγαίνουν δειλά, όλο και περισσότεροι στην καλύβα.

Στις φανερές πληγές τοποθετούσε τις πρωινές γάζες, εκείνες με τις σταγόνες της αυγής και ….τις λέξεις. Στις κρυφές απίθωνε τρυφερά τις άλλες των ανείπωτων ευχών και…των λέξεων.
Το παράξενο στη διαδικασία ήταν πως τις γάζες τις αφαιρούσε από τον εαυτό του, αποκαλύπτοντας ουλές που έδειχναν γιατρεμένες, αν και ακόμα κόκκινες. Το παράξενο ήταν πως έμοιαζαν πολύ καθαρές, καθόλου αποστειρωμένες αν και όχι μιας χρήσης. Και ήταν πολλές και έφταναν για όλους που είχαν πληγές. Φανερές, κρυφές.

Τον άνθρωπο της καλύβας άλλοι τον φώναζαν γιατρό, άλλοι συγγραφέα.

Μαρία Κ.

 

 

 

shares