Ο επιχρωματισμός της κινηματογραφικής μας ιστορίας

Μεγάλο ιδιωτικό κανάλι στη ζώνη του prime time πρόβαλε επιχρωματισμένη μια από τις κλασικές κωμωδίες του ’60, το Κοροϊδάκι της Δεσποινίδος. Δεν είναι η πρώτη ταινία που δοκιμάζεται να προβληθεί επιχρωματισμένη. Κι αν σε μια πρώτη ματιά το αποτέλεσμα δείχνει παιχνιδιάρικο και ενδιαφέρον σε τελική ανάλυση η επιχρωματισμένη αναπαράσταση ενός κλασικού ασπρόμαυρου έργου σε όλες τις περιπτώσεις είναι εκτρωματικό.
Του Γιάννη Γκροσδάνη
Ποιος άραγε είχε την ανάγκη να δει τον Ζήκο της Κακομοίρας ή τι προσθέτει στους θεατές ο επιχρωματισμός του Αντωνάκη και της Ελενίτσας του η Δε Γυνή να Φοβείται τον Άνδρα ή ακόμα και τον ανασφαλή Κώστα Βουτσά στον Άνθρωπο της Καρπαζιάς να τρώει το σούπερ μαντολίνι του επιχρωματισμένα; Κι όμως συνέβη. Και χτες στη σφαίρα του επιχρωματισμένου πέρασε πλέον και η ανάλαφρη κωμωδία του Δαλιανίδη Το Κοροϊδάκι της Δεσποινίδος.
Ας σημειωθεί πάντως ότι δεν είναι αυτές οι μόνες παρεμβάσεις που έχουν γίνει εκ των υστέρων σε αυτές τις ταινίες και σε ακόμα περισσότερες με την πρόφαση μιας στοιχειώδους συντήρησης με σκοπό την τηλεοπτική προβολή τους με ανανεωμένες κόπιες. Σε αρκετές περιπτώσεις όμως έχουν αλλάξει κομμάτια του μοντάζ και του ρυθμού της κινηματογραφικής αφήγησης ενώ και η γραμματοσειρά των τίτλων αρχής/τέλους σε κάποιες περιπτώσεις έχει ελλιπή τα στοιχεία συντελεστών.
Ας είμαστε ειλικρινείς. Τα ερωτήματα μιας τέτοιας παρέμβασης είναι αρκετά: Συμφώνησε κάποιος από τους συντελεστές τους σε αυτές τις αλλαγές; Τους ρώτησε κανείς για τις παρεμβάσεις που έχουν γίνει για την τηλεοπτική εκμετάλλευση των κινηματογραφικών έργων τους; Κι αν αυτοί δεν βρίσκονται στη ζωή ποιος μπορεί να συναίνεσε σε αυτές τις αλλαγές στο καλλιτεχνικό έργο τους; Ποιος άραγε θα μας εξηγήσει γιατί έπρεπε να γίνει αυτός ο επιχρωματισμός σε ταινίες που οι δημιουργοί και οι παραγωγοί τους συνειδητά τις γύρισαν σε ασπρόμαυρο (λόγω συνθηκών, λόγω κόστους ή λόγω καλλιτεχνικών ανησυχιών). Και τι ακριβώς προσφέρει αυτή η διαμόρφωση του κινηματογραφικού αρχείου και του έργου σε αισθητικό και καλλιτεχνικό επίπεδο. Μήπως βλάπτει αντί να ωφελήσει τις ταινίες; Και ακόμα σε ότι αφορά το νεότερο κοινό των ταινιών μήπως εκπαιδεύοντας το σε αυτή τη διαδικασία να βρεθεί σε μια σύγχυση συγκρίνοντας το νέο επιχρωματισμένο αρχείο με το αυθεντικό ασπρόμαυρο;
Αξίζει να σημειωθεί πως ο επιχρωματισμός γίνεται με μια περιορισμένη (άρα προβληματική) χρωματική παλέτα επιλογών όπως το μωβ, το πράσινο και το ροζ ενός μπογιατζή – υπολογιστή που ρίχνει με τον ψηφιακό κουβά χρώμα σωρηδόν ενώ στο background κυριαρχεί μια απόχρωση πράσινου. Αυτά τα “πεθαμενατζίδικα” παστέλ χρώματα δημιουργούν περισσότερο μια καρικατούρα έγχρωμης ταινίας παρά ένα ολοκληρωμένο αποτέλεσμα πιστότητας σε ότι αφορά τα αληθινά χρώματα. Ο σκοπός δηλαδή για τον οποίο γίνεται υποτίθεται η μετατροπή αποτυγχάνει εκ των προτέρων. Καθόλου τυχαία βέβαια οι κόπιες αυτές αφορούν μόνο την τηλεοπτική προβολή των ταινιών και όχι την κινηματογραφική. Το αποτέλεσμα όμως της παρέμβασης είναι εδώ και λειτουργεί καταλυτικά στο έργο.
Η μόδα των επιχρωματισμένων ταινιών απασχόλησε το Χόλυγουντ πριν από 25-30 χρόνια (τη δεκαετία του ’80 και ‘90). Ωστόσο οι αντιδράσεις των κινηματογραφικών σωματείων ήταν μεγάλες και όλοι αποδέχτηκαν ότι το αποτέλεσμα δεν ήταν ικανοποιητικό κυρίως γιατί η παρέμβαση άλλαζε δραματικά τις ίδιες τις ταινίες και όχι προς το καλύτερο.
Ίσως μια αντίστοιχη αντίδραση θα μπορούσε να γίνει και από τα αντίστοιχα ελληνικά κινηματογραφικά σωματεία. Η Εταιρία Σκηνοθετών, η ΕΣΠΕΚ, η ΕΤΕΚΤ αλλά και η περίφημη Ακαδημία Ελληνικού Κινηματογράφου μπορούν να παρέμβουν για να προστατέψουν το ιστορικό και καλλιτεχνικό έργο που συντελέστηκε σε αυτές τις ταινίες. Η διαχείριση των κινηματογραφικών αρχείων είναι πολύ σοβαρή υπόθεση. Κάποιες ξεπερασμένες, κάποιες λιγότερο σημαντικές και απλά ψυχαγωγικές αλλά στο σύνολο τους όλες αυτές οι ταινίες αποτελούν σημαντικά τεκμήρια ιστορικά και πολιτιστικά για μια εποχή που έχει φύγει ανεπιστρεπτί. Οφείλουμε να σεβαστούμε το τελικό αποτέλεσμα των δημιουργών τους και να τις αναδείξουμε όπως ακριβώς γεννήθηκαν και κυκλοφόρησαν στον κινηματογράφο Ασπρόμαυρες.

Ας σημειωθεί ότι το να είναι ασπρόμαυρες οι ταινίες αυτές δεν τις κάνει καλύτερες ή χειρότερες από τις κατοπινές έγχρωμες ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου. Τις κάνει διαφορετικές καθώς καλύπτουν διαφορετικές ανάγκες των δημιουργών και ανταποκρίνονται σε διαφορετικές αντιδράσεις των θεατών και των κριτικών σε σχέση με τις έγχρωμες. Για αυτό το λόγο π.χ. ο Ρένος Χαραλαμπίδης έκανε τη δεκαετία του ’90 το No Budget Story ασπρόμαυρο, για αυτό ο Γούντι Άλεν διάλεξε να κάνει το Μανχάταν και το Ζέλιγκ ασπρόμαυρο, για αυτό ο Σκορτσέζε και ο Σπήλμπεργκ, ο Πεϊν και οι Κοέν δοκίμασαν να κάνουν το Οργισμένο Είδωλο, τη Λίστα του Σίντλερ, τη Νεμπράσκα και τον Άνθρωπο που δεν ήταν εδώ ασπρόμαυρες ταινίες. Και όλες αυτές οι ταινίες αγαπήθηκαν από το κοινό ακριβώς γιατί ήταν ασπρόμαυρες.

 parallaximag.gr 

 

 

 

 

shares