“Το Σκάφανδρο και η Πεταλούδα” στην Κινηματογραφική Λέσχη Καστοριάς

Η πραγματική ιστορία του Ζαν – Ντομινίκ Μπομπί, αρχισυντάκτη του γαλλικού Εlle, ο οποίος έμεινε παράλυτος στα 43 του μετά από εγκεφαλικό και κατάφερε, ανοιγοκλείνοντας το ένα του μάτι να υπαγορεύσει την αυτοβιογραφία του

Το Σκάφανδρο και η Πεταλούδα (2007)

The Diving Bell and the Butterfly

Σκηνοθεσία Τζούλιαν Σνάμπελ με τους: Ματιέ Αμαλρίκ, Έμανουέλ Σενιέ, Αν Κοσινί, Μαρί – Ζοζέ Κροζέ

Βραβείο σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ Καννών 2007

Υποψήφια για 4 Όσκαρ, 66 βραβεία και άλλες 99 υποψηφιότητες

Υπόθεση:

Τα είχε όλα στη ζωή του. Επιτυχία, χρήμα, δόξα, γυναίκες, οικογένεια… και τώρα κείτεται παράλυτος σε ένα κρεβάτι. Ένα εγκεφαλικό αφήνει τον Ζαν-Ντομινίκ Μπομπύ, εκδότη του γαλλικού ELLE, παράλυτο σε όλο του το σώμα. Το μόνο που μπορεί να κινήσει είναι το αριστερό του μάτι. Αυτός είναι ο μόνος τρόπος επικοινωνίας που του έχει απομείνει και το τελευταίο του παράθυρο στον κόσμο. Παγιδευμένος σε ένα σώμα που ακούει, καταλαβαίνει, νοιώθει, θυμάται αλλά δεν μπορεί να μιλήσει, ο Ντομινίκ αποφασίζει να πει τη ιστορία του σε ένα μυθιστόρημα. Με τη βοήθεια της λογοθεραπεύτριας του, που του μαθαίνει ένα σύστημα υπαγόρευσης ανοιγοκλείνοντας το μάτι του όταν του προφέρεται το σωστό γράμμα, απομνημονεύει και μετά υπαγορεύει το βιβλίο. Έτσι ξεκινάει τον απολογισμό της ζωής του ενώ παράλληλα βρίσκει έναν τρόπο να αντιμετωπίσει τον πόνο του.

Μια ιστορία για το πως συχνά χρειάζεται να έρθουμε αντιμέτωποι με το θάνατο ή μια σοβαρή ασθένεια για να εκτιμήσουμε πραγματικά τη ζωή και τα αγαθά της.
Η ταινία ξεκινάει όπως και το βιβλίο. Ένα εκτυφλωτικό, λευκό φως και χρώματα να κινούνται σε θολό πλάνο. Άγνωστα πρόσωπα εμφανίζονται και μιλούν σε εμάς, από την οπτική του Ντομινίκ. Τον πληροφορούν πως βρίσκεται στο νοσοκομείο, και αναπνέει με τη βοήθεια μηχανημάτων. Ένας γιατρός τον πλησιάζει και του δίνει την ακριβή αναφορά της κατάστασής του. Ο Μπομπύ είχε ένα αγγειακό ατύχημα στον εγκέφαλο και έμεινε σε κώμα για πολλούς μήνες. Προσπαθεί να μιλήσει, αλλά κανείς δεν τον ακούει. Ο γιατρός του εξηγεί πως υποφέρει από μια εξαιρετικά σπάνια πάθηση. Το “σύνδρομο εγκλεισμού” πλήττει το σημείο του εγκεφάλου που λειτουργεί ως αναμεταδότης μεταξύ εγκεφάλου και του υπολοίπου νευρικού συστήματος. Ο ασθενής είναι εντελώς παράλυτος, σαν φυλακισμένος μέσα στο σώμα του, παγιδευμένος σε ένα είδος σκάφανδρου. Στην περίπτωση του Μπομπύ, λειτουργεί μόνο το αριστερό του μάτι. Αυτό είναι το τελευταίο του παράθυρο στον κόσμο και ο μόνος τρόπος επικοινωνίας που έχει. Ένα κλείσιμο του βλεφάρου για ναι, δύο για όχι. Το μυαλό από την άλλη πλευρά, δουλεύει άψογα. Ο Ζαν-Ντομινίκ Μπομπύ μπορεί να ακούσει, να καταλάβει και να θυμηθεί, αλλά δεν μπορεί πια να μιλήσει.
Εκτός από το αριστερό μάτι, υπάρχουν ακόμη δύο πράγματα που εξακολουθούν να λειτουργούν – η φαντασία και η μνήμη. Η πεταλούδα. Καθώς ο εσωτερικός διάλογος του Ζαν-Ντομινίκ Μπομπύ εναλλάσσεται από το αστείο στο τραγικό και από τη σοφία στην επανάσταση και πίσω ξανά, αποφασίζει να πει την ιστορία του. Όχι υπό τη μορφή συνέντευξης – αποτίμησης, αλλά ως ένα λογοτεχνικό βιβλίο. Με τη βοήθεια της λογοθεραπεύτριάς του, που του μαθαίνει ένα σύστημα υπαγόρευσης ανοιγοκλείνοντας το μάτι του όταν του προφέρεται το σωστό γράμμα, απομνημονεύει και μετά υπαγορεύει τις προτάσεις της ιστορίας του.
Μέσα σε ένα χρόνο και δύο μήνες, ολοκληρώθηκαν οι αναμνήσεις των ταξιδιών από το κρεβάτι του, μέσα στο δωμάτιο 119 του Νοσοκομείου Berck Maritime. Πέθανε δέκα μέρες μετά την έκδοση του βιβλίου. Το Σκάφανδρο και η Πεταλούδα (Le Scaphandre et le Papillon) κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Robert Laffont το 1997, με μεγάλη επιτυχία. Μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες και αναγνώστες από όλο τον κόσμο συγκινήθηκαν από μια ιστορία που θα μπορούσε να έχει συμβεί στον καθένα. Ο Ζαν-Ντομινίκ Μπομπύ, αρχισυντάκτης ενός σημαντικού περιοδικού μόδας, του Elle, υπήρξε γυναικάς και έζησε με μεγάλη επιτυχία πολλές διαφορετικές ζωές. Πρόσεχε την υγεία και την εμφάνισή του. Το εγκεφαλικό ήταν αναπάντεχο και άδικο, όπως και το πεπρωμένο. Και στην πραγματικότητα το είδε σαν ένα σημάδι της μοίρας. Είχε ζήσει τη ζωή του ως δημοσιογράφος με ξέφρενο πάθος, χωρίς να προσέχει αυτό που είναι το πιο σημαντικό. Τα παιδιά του.
Δεν μπορεί να ξεπεράσει το αίσθημα ενοχής του. Σχεδόν ένα χρόνο νωρίτερα, είχε φύγει από το σπίτι του, εγκαταλείποντας τα παιδιά του και τη μητέρα τους. Δεν είχε προλάβει ακόμη να ξεκινήσει τη νέα του ζωή, όταν αυτή σταμάτησε ξαφνικά στις 3 Δεκεμβρίου του 1995. Πριν το ατύχημα, είχε υπογράψει ένα συμβόλαιο με τις εκδόσεις Robert Laffont, για να κάνει μια μοντέρνα εκδοχή, του Κόμη Μοντεχρίστο στη γυναικεία του απόδοση. Τέτοια ιεροσυλία εξηγεί την τρομερή τιμωρία του. “Δεν παίζεις με ένα αριστούργημα”. Ο Ζαν-Ντομινίκ βλέπει τον εαυτό του ως τον Noirtier de Villefort, μια σκοτεινή φυσιογνωμία, γνώστη τρομακτικών μυστικών, καταδικασμένου να μη μπορεί να μιλήσει και παγιδευμένου σε μια αναπηρική καρέκλα, που μπορεί να επικοινωνήσει μόνο με τα μάτια. Το βιβλίο του Μπομπύ είναι ένα πραγματικό λογοτεχνικό αριστούργημα. Η δύναμη της ιστορίας του, τον μεταμόρφωσε σε συγγραφέα. Η τραγική του μοίρα τον έκανε καλλιτέχνη.

Ο Τζούλιαν Σνάμπελ γεννήθηκε στις 26 Οκτωβρίου 1951 στη Νέα Υόρκη. Η πρώτη ταινία του, Basquiat, το 1996, ήταν μια βιογραφία του καλλιτέχνη και περιγραφή του κόσμου της σύγχρονης τέχνης στη δεκαετία του 80. Ήταν ένα μοναδικό εγχείρημα, καθώς ένας ζωγράφος αφηγείται την ιστορία ενός άλλου, με του οποίου την προσωπική και επαγγελματική ζωή ήταν στενά συνδεδεμένος. Ένα κινηματογραφικό πορτρέτο. Ο Σχνάμπελ απεικονίζει με διακριτικό τρόπο τον εαυτό του μέσα από τον χαρακτήρα του Albert Milo, δίνοντας του τους πίνακες αλλά και το ευρύχωρο και μεγαλοπρεπές στούντιό του. Οι κινηματογραφικές αρχές του Τζούλιαν Σχνάμπελ, ως σκηνοθέτη, είναι ήδη ορατές – η σημασία της μουσικής (όπως και στη ζωή του ως ζωγράφος), των σκηνικών και των κοστουμιών, η χρήση πλάνων αρχείου (παρόμοια με τη χρήση αντικειμένων που βρίσκει στους πίνακές του), η εμμονή του με το μοντάζ και την αναπαράσταση της αισθητικής ματιάς του ζωγράφου. Ο κινηματογράφος είναι εικόνες με ήχο. Όλοι όσοι συνέβαλλαν στην επιτυχία του Μπασκιά και του Σχνάμπελ περιγράφονται με τρομακτική ακρίβεια. Ο Ζαν-Μισέλ Μπασκιά ενσαρκώνει το πρότυπο του αδιάλλακτου και απελπισμένου καλλιτέχνη. Πεπεισμένος για τη δύναμη του ταλέντου του, είναι ιδιαίτερα ευαίσθητος στη γνώμη των κριτικών. Εγωιστής ως προς τις ανάγκες της τέχνης του, υποφέρει από μοναξιά. Του είναι αδύνατο να ξεφύγει από την εξάρτησή του στην ηρωίνη και καταρρακώνεται μετά το θάνατο του μοναδικού αληθινού του φίλου, του Άντυ Γουόρχολ (το ρόλο έπαιξε εξαιρετικά ο Ντέιβιντ Μπάουι). Ο Μπασκιά, σε μια εκπληκτική ερμηνεία του Τζέφρυ Ράιτ, συναντά την τραγική του μοίρα πεθαίνοντας πολύ νέος και αφήνοντας πίσω του ένα ανατέλλον αστέρι με πολύ σημαντικό έργο.
Ο Τζούλιαν Σχνάμπελ ανέλυσε περεταίρω το πώς οι ζωές των καλλιτεχνών λυγίζουν από το σύστημα (οικονομικό και πολιτικό), με τη δεύτερη ταινία του, το Before Night Falls, 1999, μια βιογραφία του Κουβανού συγγραφέα Ρεϊνάλντο Αρένας, ο οποίος κυνηγήθηκε από το καθεστώς του Κάστρο για την ομοφυλοφιλία του και τα γραπτά του. Είναι η ιστορία του παραδειγματικού θάρρους ενός καλλιτέχνη να αντιμετωπίσει τη φτώχεια της οικογένειάς του, το δικτατορικό κομμουνιστικό καθεστώς, την άδικη φυλάκιση και την αρρώστια. Ο Χαβιέ Μπαρντέμ κέρδισε το βραβείο του καλύτερου ηθοποιού στο Φεστιβάλ της Βενετίας, για την υπέροχη, εκφραστική και συγκινητική ερμηνεία του. Ο Τζούλιαν Σχνάμπελ επέλεξε αυτή την ιστορία όχι μόνο για το περιεχόμενό της, αλλά και για τη σχέση της με την Λατινοαμερικάνικη κουλτούρα. Η γυναίκα του είναι Λατίνα ενώ ο ίδιος μοιράζει το χρόνο του μεταξύ Νέας Υόρκης, Long Island και San Sebastian στην Ισπανία.
Η ιστορία του Ζαν-Ντομινίκ Μπομπύ μοιάζει με τη ζωή ενός καλλιτέχνη που βρίσκεται σε μια διαμάχη ανάμεσα στον εαυτό του και τους άλλους. Η ασθένεια, όπως και η πνευματική ασθένεια ή η ιδιοφυία, είναι αφορμές απομόνωσης και παρεξήγησης. Για να ξεφύγει από τη μοίρα του, τον εξωτερικό περιορισμό και την απανθρωπιά, κάποιος μπορεί να στηριχτεί μόνο στον εαυτό του. Επάνω στην εξυπνάδα, δημιουργικότητα και τον ηρωισμό του. Μέσα από τα γραπτά του, ο Ζαν-Ντομινίκ Μπομπύ επεκτείνει τη ζωή του πέρα από τον εαυτό του και το σώμα του. Με τη δύναμη των ονείρων και της σκέψης, καταφέρνει να ξεπεράσει κάθε όριο. Ζήτησε από τη γυναίκα του να του υποσχεθεί πως θα προσάρμοζε το βιβλίο σε κινηματογραφικό σενάριο, με γνώμονα το κατόρθωμα αυτής της μετάβασης. Όμως το μοναδικό χάρισμα και η αυθεντικότητα του Το Σκάφανδρο και η Πεταλούδα αποκλείει μια κλασική ή “άμεση” απόδοση. Η μεταφορά ενός τόσο συγκινητικού βιβλίου στη μεγάλη οθόνη απαιτεί έντονη αίσθηση αισθητικής και μια διαφορετική ματιά στην παραδοσιακή δημιουργία ταινιών, σε μια προσπάθεια επανατοποθέτησης και προσαρμογής μιας ιστορίας όπου ο κεντρικός της ήρωας δεν μιλάει ποτέ. Όταν η Κάθλιν Κένεντυ, σε συνεργασία με την Dreamworks, αγόρασε τα δικαιώματα του βιβλίου, επικεντρώθηκε στο συγκεκριμένο πρόβλημα. Υπέγραψε συμβόλαιο με τον Ρόναλντ Χάργουντ (σεναριογράφο στις δύο πιο πρόσφατες ταινίες του Ρομάν Πολάνσκι, The Pianist και Oliver Twist) για να γράψει το σενάριο. Κρατώντας τη βασική δομή του βιβλίου, ο Χάργουντ κατάφερε να δώσει ένα ρυθμό στην ταινία, μεταξύ προόδου και ακινησίας. Η Κένεντυ είχε την ιδέα να ζητήσει από τον Τζούλιαν Σχνάμπελ να κάνει την ταινία, καθώς μόνο εκείνος θα μπορούσε να κινηματογραφήσει το εσωτερικό ταξίδι του Ζαν-Ντομινίκ Μπομπύ. Όπως συμβαίνει συχνά, ο Τζούλιαν Σχνάμπελ είχε ανακαλύψει το βιβλίο σε ένα πολύ προσωπικό επίπεδο, μέσω ενός φίλου του που τώρα έχει πεθάνει. Αυτό που τον ενδιέφερε περισσότερο είναι η τεχνική αφήγησης της ταινίας, όπου το κοινό είναι ο μοναδικός ακροατής του πρωταγωνιστή. Κανείς άλλος δεν γνωρίζει τι συμβαίνει μέσα στο κεφάλι του εκτός από τον αναγνώστη ή τον θεατή.
Η Universal ανέλαβε αρχικά την ταινία. Μετά κατέληξε στην Pathe, που έκανε την παραγωγή με τον Τζον Κίλικ, παραγωγό όλων των ταινιών του Τζούλιαν Σχνάμπελ. Ο Σχνάμπελ αποφάσισε να γυρίσει την ταινία στα γαλλικά – κατά τη γνώμη του, δεν υπήρχε άλλος τρόπος. Επέλεξε Γάλλους ηθοποιούς, με πρωταγωνιστή τον Ματιέ Αμαλρίκ, τον οποίο είχε εντοπίσει το 1999 στο Φεστιβάλ του San Sebastian, στην ταινία Fin Aout Debut Septembre (Late August, Early September). Όταν τον είδε στην ταινία του Στήβεν Σπίλμπεργκ, Munich, η Κάθλιν Κένεντυ πείστηκε αμέσως πως θα ήταν καλός για το ρόλο. Ο Τζούλιαν Σχνάμπελ της είχε ήδη μιλήσει γι” αυτόν.
Το υπόλοιπο καστ επίσης ανταποκρίνεται σε συγκεκριμένες επιλογές. Κάθε ρόλος, χωρίς εξαιρέσεις, παίζεται από γνωστούς ηθοποιούς – Εμανουέλ Σενιέ, Μαρί-Ζοσέ Κροζέ, Αν Κονσινί, Πάτρικ Σεσνές, Νίελς Άρεστρουπ, Όλατζ Λόπεζ Γκαρμέντια, Ζαν-Πιέρ Κασέλ, Μαρίνα Χαντς, Έμμα ντε Σόνες, Ισαάκ ντε Μπανκολέ και ο Μαξ Φον Σίντοβ, σε βασικούς ρόλους. Η φωτογραφία είναι του Γιάνους Καμίνσκι, (βραβευμένου δύο φορές με oscar για τις ταινίες: Saving Private Ryan και Shindler”s List), μόνιμου πια συνεργάτη του Στήβεν Σπίλμπεργκ.

Ο Τζούλιαν Σχνάμπελ αποφάσισε να κάνει αυτή την ταινία, όχι μόνο επειδή το θέμα της ταιριάζει με την υπόλοιπη δουλειά του, αλλά και γιατί του ταίριαζε σε προσωπικό επίπεδο. Τον άγγιξε ιδιαίτερα η σχέση του Ζαν-Ντομινίκ Μπομπύ με τον πατέρα του, και ως αποτέλεσμα οι σκηνές ανάμεσα σε αυτούς τους δύο χαρακτήρες, είναι ιδιαίτερα φορτισμένες συναισθηματικά. Η μεγάλη πρόκληση βρίσκεται στην καρδιά της ταινίας. Το πρώτο μισό κινηματογραφήθηκε από την οπτική του Ζαν-Ντομινίκ. Η εικόνα είναι μερικές φορές θολή, άλλες πολύχρωμη και μερικές φορές εκτυφλωτική και όχι κεντραρισμένη. Ο Τζούλιαν Σχνάμπελ κινηματογραφεί όπως ζωγραφίζει, πολύ κοντά στο δέρμα. Ο ερωτισμός στα πλάνα από στόματα, μηρούς, λαιμούς, θυμίζει πίνακες. Τα σκηνικά είναι μαγικά στην πολυτέλεια και την ιδιαιτερότητά τους. Ο Ζαν-Ντομινίκ Μπομπύ είχε ονομάσει ένα σημείο στο Νοσοκομείο Berck Maritime «Cinecitta», για την ποιητική, παράτονη γοητεία του που στη φαντασία του ήταν ένα κινηματογραφικό στούντιο. Ο εσωτερικός διάλογος του Ζαν-Ντομινίκ αναπαριστάται από έναν εκτός-σκηνής μονόλογο που ηχογραφήθηκε καθώς γυριζόταν η ταινία. Ζούμε την εμπειρία μαζί του, στον ίδιο χώρο και χρόνο. Η μουσική ακολουθεί καθώς οι στιγμές αποδιοργάνωσης και αναγέννησης εναλλάσσονται. Ο Τζούλιαν Σχνάμπελ πιστεύει πως η ζωή του Ζαν-Ντομινίκ Μπομπύ ξεκίνησε μετά το ατύχημα, όταν συνειδητοποιεί ποιος πραγματικά είναι. Ξαναγεννιέται όπως η πεταλούδα.
Το πρώτο μέρος είναι σε πρώτο πρόσωπο. Μέσα από την απαγγελία του αλφάβητου με τη βοήθεια του αριστερού του βλεφάρου, ο Ζαν-Ντομινίκ Μπομπύ επικοινωνεί με τους ανθρώπους γύρω του. Ο λόγος του είναι πρωταρχικά ένα είδος γραφής. “Η πρώτη μου λέξη είναι το “Εγώ”. Εγώ ξεκινώ με τον εαυτό μου”. Με αυτή την τεχνική μπορεί να βγει έξω από τον εαυτό του, να ξεφύγει από το σκάφανδρό του και να αναδυθεί. Να περιπλανηθεί στον κόσμο, να αλλάξει την πορεία του χρόνου και να αγγίξει το ευρύ κοινό. Το δεύτερο μέρος γυρίστηκε με την κάμερα να καταγράφει τον Ζαν-Ντομινίκ Μπομπύ στη νέα του ζωή και δείχνει πως μέσα από τη συγγραφική δουλειά του βρήκε την αξιοπρέπεια και τη ζωή. Η ερμηνεία του Ματιέ Αμαλρίκ είναι μοναδική – χωρίζεται ανάμεσα στην άψογη απόδοση ενός παραμορφωμένου σώματος και την αποκλειστικά προφορική έκφραση συναισθημάτων. Η τραγωδία δεν αποκλείει το παράδοξο αλλά και αναγκαίο χιούμορ. Αυτή η ταινία είναι ένα μάθημα ζωής, όχι με τη μοραλιστική έννοια, αλλά για την ενέργεια που εκφράζει. Πρέπει να την εκμεταλλευτείς σε κάθε της στιγμή.
Σημείωμα του Σκηνοθέτη

«Ήμουν τυφλός και κουφός γιατί χρειάστηκε μία καταστροφή για να ανακαλύψω την πραγματική μου φύση», ρωτάει ο Ζαν-Ντομινίκ Μπομπύ, απευθυνόμενος στον εαυτό του αλλά και σε όλους εμάς. Χρειάζεται ένα σύνδρομο εγκλεισμού για να αποκτήσει ένας άνθρωπος συναίσθηση και να κάνει τους άλλους να δείξουν συμπόνια; Πρέπει να αρρωστήσουμε για να εμφανιστούν οι άγγελοι να μας σώσουν;

Ο πατέρας μου πέθανε στα 92 του και δεν είχε αρρωστήσει ποτέ στη ζωή του. Ήταν παντρεμένος με τη μητέρα μου για περισσότερα από 60 χρόνια. Οι περισσότεροι θα ήθελαν μια ζωή σαν τη δική του, όμως επειδή ακριβώς δεν είχε αρρωστήσει ποτέ, ήταν εντελώς απροετοίμαστος και τρομοκρατημένος με την ιδέα του θανάτου. Προς το τέλος της ζωής του έμεινε μαζί με εμένα και τη γυναίκα μου, αλλά δεν κατάφερα να τον σώσω από αυτό τον φόβο. Η ζωή δεν μπορεί να είναι μόνο πόνος, sex και χάος. Πρέπει να υπάρχει και κάτι περισσότερο.

Όταν ο Ζαν-Ντομινίκ Μπομπύ ήταν ακόμη ένα υγειές, γεροδεμένο, έξυπνο μέλος της κοινωνίας, ήταν συγγραφέας. Δεν υπήρξε όμως τίποτα περισσότερο από έναν εργαζόμενο συγγραφέα σύμφωνο στις επιταγές της κοινωνικής επιτυχίας. Μέσα από την παράλυσή του και τη μετέπειτα αναγέννηση του ως ένα μάτι – το κομμάτι του που αποκάλεσε πεταλούδα – εξετάζει τη ζωή και τα παράδοξα της ζωής παράγοντας ένα βιβλίο που αγγίζει βαθιά όποιον το διαβάσει.

«Η ζωή μου υπήρξε μία σειρά από σχεδόν αποτυχίες… οι γυναίκες που δεν μπόρεσα να αγαπήσω, οι ευκαιρίες χαράς που άφησα να μου ξεφύγουν… μια κούρσα της οποίας το αποτέλεσμα γνώριζα από πριν, αλλά δεν κατάφερα ποτέ να ποντάρω στο νικητή.» Μια ενδοσκοπική ματιά στη ζωή. Μια ευκαιρία για συνειδητοποίηση. Αυτή η ιστορία είναι η ιστορία όλων μας, που κάποια στιγμή σίγουρα ερχόμαστε αντιμέτωποι με το θάνατο και την αρρώστια. Αλλά αν κοιτάξουμε πιο προσεκτικά, μπορούμε να βρούμε νόημα και ομορφιά ακόμη κι εκεί.

Ήθελα αυτή η ταινία να είναι χρήσιμη, όπως και το βιβλίο του, ένα εργαλείο που μπορεί να σας βοηθήσει να αντιμετωπίσετε και το δικό σας θάνατο. Σε αυτό ήλπιζα και γι” αυτό το έκανα.

Τζούλιαν Σχνάμπελ

myfilm.gr

shares