Η “Υπόθεση Μπουτάρη” σε θεωρητικό επίπεδο (γράφει ο Λεωνίδας Εκιντζόγλου)

Το είδα γραμμένο κι αλλού αλλά μου το ρώτησε και εμένα ένας φίλος απευθείας. Πρόκειται για υποθετικό ερώτημα αλλά έχει πολιτικές (και φιλοσοφικές) προεκτάσεις, οπότε θα το διαπραγματευτώ κατά δύναμη εδώ ξεχωριστά.
Η ερώτηση είναι η εξής!
Αν ο Μπόυταρης έλεγε αυτά που είπε περί γενοκτονίας και Κεμάλ στην Χάιφα ή στο Τελ Αβιβ θα τον άφηναν οι Ισραηλινοί να τα λέει ή θα….
Η προφανής απάντηση είναι ότι οι Ισραηλινοί ‘θα’
Αν ο Μπουταρης επιχειρούσε να ονοματίσει έναν δρόμο στην Νέα Υόρκη σαν «οδό Μπίν Λάντεν» θα τον άφηναν οι Νεουορκέζοι ή θα…
Κι εδώ η προφανής απάντηση είναι ‘Θα’
Οπότε λογικά οι φίλοι που διατύπωσαν αυτά τα ερωτήματα έχουν κάθε λόγο να επιχειρούν να ολοκληρώσουν τον συλλογισμό τους και να πουν «ε τότε γιατί εμείς εδώ στην Ελλάδα όταν τον ακούμε να μιλά τόσο απαξιωτικά για την γενοκτονία των Ποντίων και των Μικρασιατών Ελλήνων να μην τον πλακώσουμε στο ξύλο; Δεν δικαιούμαστε να αντιδράσουμε έτσι?
Εδώ η απάντηση ωστόσο δεν είναι προφανής. Για να απαντήσουμε οφείλουμε να δούμε μερικά πράγματα ακόμα.
Πρώτον.
Ζούμε στην χώρα η οποία εφηύρε το άστυ, το κοινόν των πολιτών και τον πιο ήπιο και λειτουργικό τρόπο διοίκησης του, την δημοκρατία. Για να μη μπούμε σε λεπτομέρειες χοντρά χοντρά θα πρέπει να πούμε ότι αυτό που έχει σημασία σε αυτό το σχήμα είναι η αντίληψη του ΟΛΟΥ, του συνόλου δηλαδή που έχει πρωτοκαθεδρία έναντι κάθε ατομικού συμφέροντος. Αν είναι να προκόψουν όλοι θα πρέπει να το κάνουν ΜΑΖΙ οπότε το όφελος μετά θα επιμεριστεί στον καθένα ξεχωριστά κατά το δοκούν. Έτσι πάει η γενική ιδέα. Αυτό το «κατά το δοκούν» ανοίγει επί μέρους συζητήσεις, αλλά δεν είναι του παρόντος. Αυτό που έχει σημασία είναι να κρατήσουμε πως αφού το ΟΛΟΝ έχει την πρωτοκαθεδρία κάθε ΠΡΑΞΗ κάθε πολίτη θα πρέπει να διατηρεί συμβατότητα και συνάφεια μαζί του. Να του επιτρέπει να λειτουργεί και να μη το παρεμποδίζει.
Δεύτερον
Στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα στην Ιταλία αναπτύχτηκε το κίνημα του Φασισμού. Ο φασισμός είναι μια πολιτική αντίληψη σχετικός με την Δημοκρατία αλλά ΔΕΝ είναι Δημοκρατία. Έχει κι αυτός πυρήνα του την αντίληψη της απρόσκοπτης λειτουργίας του ΟΛΟΥ αλλά δεν κρατά τις ασφαλιστικές δικλείδες που θέτει μια δημοκρατία στην προστασία των ατομικών δικαιωμάτων και των ιδιωτικών συμφερόντων. Ο Φασισμός λέει απλά απλά ότι σε περίπτωση που το ΟΛΟΝ έρθει (για οποιονδήποτε λόγο και αιτία) σε σύγκρουση με το επί μέρους, με την μονάδα, με τον απλό πολίτη, τότε αυτός ο τελευταίος οφείλει να απαλειφθεί. Να αφανιστεί.
Τριτον .
Στις σχέσεις που ένας πολίτης μπορεί να έχει με το ΟΛΟΝ υπάρχουν δυο κύριες υποπεριπτώσεις. Από την μια το πώς ο πολίτης προσλαμβάνει και σκέφτεται και βιώνει και αξιολογεί μέσα του αυτό το ΟΛΟΝ και από την άλλη το τι κάνει, τι πράττει πως ενεργεί και συμπεριφέρεται μέσα στο ΟΛΟΝ. Το πρώτο τμήμα είναι ένα είδος θεωρίας, το δεύτερο τμήμα είναι καθαρή πράξη. Στις δημοκρατίες το πρώτο τμήμα έχει αφεθεί να ρυθμίζεται από τους κανόνες των ατομικών δικαιωμάτων ενώ το δεύτερο από τους νόμους της πολιτείας, του ΟΛΟΥ. Στον Φασισμό και τα δύο τμήματα κρίνονται και αντιμετωπίζονται ενιαία από ένα απολυταρχικό κέντρο.
Τέταρτον
Με βάση τα όσα ειπώθηκαν έως εδώ γίνεται πιστεύω φανερό πως υφίσταται μια ειδοποιός διαφορά ανάμεσα στο ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ ΚΑΠΩΣ για το έθνος, το κράτος, την πόλη μου και ανάμεσα στο ΕΝΕΡΓΩ ΚΑΠΩΣ μέσα στο έθνος το κράτος, την πόλη μου. Είναι τελείως διαφορετικά πράγματα. Άλλο πράγμα είναι να πει κανείς ‘δεν γουστάρω τους δικαστές, δεν μου αρέσει το σύστημα δικαιοσύνης για αυτόν και αυτόν τον λόγο» και άλλο πράγμα να πάρει ένα οπλοπολυβόλο και να αρχίζει να καθαρίζει δικαστές ή να μπαίνει στα συμβολαιογραφεία και να σταματά τους άδικους (κατά την γνώμη του) πλειστηριασμούς. Στην πρώτη περίπτωση σκέφτεται στη δεύτερη δρα. Στη πρώτη περίπτωση η σκέψη του δεν επηρεάζει σε τίποτε την λειτουργία του ΟΛΟΥ (ή δεν την επηρεάζει μετρήσιμα και άμεσα τέλος πάντων ενώ στην δεύτερη το κάνει.
Πέμπτον.
Όταν λοιπόν ο Μπουτάρης ΛΕΕΙ πως χέστηκε για το πόσους Έλληνες καθάρισε ο Κεμάλ εκφράζει μια προσωπική θέση. Κάθε άνθρωπος δικαιούται να έχει μια θέση. Δεν είναι απαραίτητο να μας αρέσουν οι θέσεις όλων των ανθρώπων. Και δεν είναι και δυνατόν. Ουτε οι δικές μας θέσεις αρέσουν σε όλους. Αλλά η θέση είναι θέση και όσο παραμένει σε θεωρητικό επίπεδο δεν επηρεάζει στο παραμικρό την λειτουργία του ΟΛΟΥ και οφείλει το ΟΛΟΙΝ και όλοι μας να την κάνουμε σεβαστή. Ο Μαρξισμός όσο ήταν θεωρία που την έγραφε ο Μαρξ στα τετράδια του ήταν μια χαρά θεωρία και δεν ενοχλούσε κανέναν. Μπορεί να έλεγε σοφά ή παλαβά πράματα αλλά παρέμενε σε ένα χώρο δίχως συνέπειες. Όταν ο Λένιν έκανε τον Μαρξισμό πράξη τότε άρχισαν τα προβλήματα. Αν ο Μπουτάρης επανα-ονομάτιζε όπως σκεπτόταν την οδό Αποστόλου Παύλου στην Θεσσαλονίκη σε οδό Κεμάλ Ατατούρκ ΤΟΤΕ δεν θα είχε θέση, θα είχε ΠΡΑΞΗ που θα έπρεπε να σταθμιστεί με βάση τα συμφέροντα του ΟΛΟΥ και όχι τις προσωπικές του ιδέες.
Εκτον.
Αν θέλουμε να έχουμε συνεπώς λόγο σε ο,τιδήποτε σκέφτεται ή κάνει ένας άνθρωπος αδιαφόρως και αν σε περίπτωση που αυτά δεν μας ικανοποιούν αποφασίσουμε να τον «στρώσουμε» τότε στις μεν δημοκρατίες στέλνουμε αυτόν τον άνθρωπο στο εκπαιδευτικό ή στο δικαιακό σύστημα. Στους δε φασισμούς επιταχύνουμε κι απλοποιούμε τις διαδικασίες κάνοντας τον σαπούνι.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Όλοι όσοι έκαναν «ωχωχωχωχωχ καλά να πάθεις» για το ξύλο που έφαγε ο Μπουτάρης είναι απλά μασκαρεμένοι φασίστες, είτε το γνωρίζουν, είτε όχι.
Είναι φασίστες που κάνουν αυτό που κάνανε όλοι οι φασίστες του κόσμου από το 1915 και μετά. Κρύβονται πίσω από ωραίες έννοιες με ιδεαλιστικό περιεχόμενο και λαϊκή απήχηση όπως το έθνος, το κράτος, ο λαός, η ιστορία μας η εθνική μας συνείδηση, τα ιερά και όσια μας, η προδοσία, η αντεθνικότητα, ο ανθελληνισμός και όλα τα συμπαρομαρτούντα.
Όσοι πάλι είναι πραγματικοί Δημοκράτες λένε τρία πράματα:
Α) Ο κάθε άνθρωπος έχει δικαίωμα να έχει την γνώμη του και να την εκφράζει και εμείς οι υπόλοιποι υποχρεούμαστε να τον ενθαρρύνουμε να το κάνει, να την ακούμε και να την ανεχόμαστε.
Β) Εάν κι εφόσον η γνώμη αυτού του ανθρώπου -για οποιονδήποτε λόγο- κρίνεται ατυχής, κακιά ή επικίνδυνη για το πολίτευμα ή την εθνική υπόσταση, τότε ο άνθρωπος αυτός οφείλει να παραπέμπεται σε αρμόδια ΚΡΑΤΙΚΑ όργανα και
Γ) Κανένας -μα κανένας- αναμεταξύ μας δεν μπορεί να παίζει τον ρόλο του αγγέλου/ τιμωρού και να αναλαμβάνει για λογαριασμό του ΟΛΟΥ την τιμωρία του επί μέρους.