Καστοριά, μια πανέμορφη νεράιδα δίχως κανείς να την πιστεύει

Καστοριά…
Μια ξεπεσμένη αρχόντισσα που οι άνθρωποι της την πετροβολούν.
Εκδικούνται την αναξιότητα τους να σταθούν δίπλα της με αξιοσύνη.
Μια πανέμορφη νεράιδα δίχως κανείς να την πιστεύει.
Παραμυθένιο ξωτικό που χάθηκε στης μοναξιάς τα μέρη.
Όπου και να στρέψεις το βλέμμα,
όσο κι αν τριγυρίσεις στα στενά της δεν θα δεις τίποτα άλλο από
παραίτηση, αδιαφορία κι ανικανότητα.
Να έρχεται σε ευθεία αντιπαραβολή κι αντίθεση
με αυτό που έχει να προσφέρει…
Όταν κάτι είναι τόσο κοντά, μπροστά στην μύτη σου και για να το δεις πρέπει να αλληθωρίσεις…
Ε, να βρε, αυτό δεν θέλουν οι κάτοικοι.
Να αλληθωρισουν.
Για αυτό δεν κοιτάζουν το κοντά κι απλώνονται στο έξω, το μακριά.
Έτσι εξηγούνται όλα.
Κρίμα γιατί αυτοί οι περισπούδαστοι, πολυταξιδεμένοι κάτοικοι
μάλλον δεν βλέπουν τίποτα άλλο στα ταξίδια τους
πέρα από τις δουλειές τους.
Α! Και την διασκέδαση. Πώς την ξέχασα αυτή.
Ίσως κάποια επίσκεψη και στη νυχτερινή ζωή του κάθε τόπου.
Αν έχει και μπουζουκομαγαζα ακόμα καλύτερα.
Κάποτε λοιπόν 
– το πιο πιθανόν οι νεώτεροι να μη θυμούνται ή ίσως δεν γνωρίζουν –
ξοδεύονταν τεράστιες περιουσίες εκεί.
Μέσα σε μερικές βραδιές το χρήμα άλλαζε χέρια “εν ριπή οφθαλμού”.
Έτσι, για να κινείται.
Ε, είναι κοινό “μυστικό” αλλά ας το πούμε κι αυτό.
Ναι και στις “μπαρμπουτιερες” συνέβαινε αυτό αλλά
“εν μία νυκτί” – η διαφορά τους, – κάποτε με δραματικές συνέπειες
στην δομή της οικογένειας αλλά και στο μέλλον της δουλειάς τους.
Κι ας βουλιάζει η πόλη.
Ποιος νοιάζεται για αυτή;
Τότε, το δήλωσαν ευθαρσώς σε κρίσιμες στιγμές για το μέλλον της.
“Τι να τα κάνουμε εμείς τα “παλιατζουρια”, έχουμε την γούνα.
Ας πενθούν τα σπίτια, τα στενά της ξεχασμένα στου χρόνου την σκόνη.
Και στην μίζερη, ατομιστικη σπατάλη των ανθρώπων της.
Η γενναιοδωρία, η προσφορά προς την πόλη που τους φιλοξενεί
είναι άγνωστες λέξεις.
Θεωρούνται ορολογίες ακατανόητες.
“Τι; Τώρα θα μας πεις να μην κυκλοφορούμε με την αυτοκινηταρα μας στον δρόμο;”
“Ότι δεν έχουμε δικαίωμα να την παρκάρουμε εκεί,
ναι, εκεί ακριβώς πού θέλουμε;”
“Γιατί να κουραστούμε περπατώντας;”
“Αφού μοχθησαμε να το αγοράσουμε, να μην το απολαύσουμε;
Να μην το δείξουμε;”
Και τα σκουπίδια να είναι σύννεφο στους δρόμους, τα πάρκα, οι πλατείες
οι δημόσιοι χώροι ένας ξεπεσμός, αλλά, δεν μας νοιάζει.
Μέσα από την κουρσάρα μας δεν νιώθουμε.
Πώς να καταλάβεις τι υπάρχει τριγύρω όταν
κινείσαι συνεχώς βλέποντας μόνο ύλη;
Για αυτό και δεν υπάρχει χώρος για το πνεύμα.
Εξοστρακίστηκε…
Τίποτα που να θυμίζει ότι έχουμε μέσα μας
κι άλλα για να δείξουμε.
Που να βρεθούν στους “ναούς” όπου μερακλωνομαστε;
Πως να χωρέσει στις προθέσεις τους ο Πολιτισμός;
Όταν ακόμη και σε μικρά χωριά του έχουν δώσει χώρο;
Δεν καταλαβαίνουμε πως ο,τι κι αν κάνουμε είναι Πολιτισμός.
Έχει σχέση κι επηρεάζει οριζόντια και κάθετα όλη την κοινωνία.
Είναι ευγένεια, γενναιότητα, ακρασια.
Ανοιχτό, στους καιρούς, μυαλό.
Είναι το αποτύπωμα που αφήνεις στο κύλισμα του χρόνου.
Τόσο βαρύ, ώστε να μένουν μνημεία.
Τόσο ελαφρύ, μιας ανεξοδευτης ενέργειας που κινητοποιεί.
Όλα λοιπόν, από το πώς και τι λέμε ή πράττουμε,
κινούμαστε, ντυνόμαστε ή συνομιλούμε,
έως το πώς ή τι τρώμε είναι Πολιτισμός.
Κάποτε οι γιαγιάδες μας μεγάλωναν με συνταγές.
Φαγητά, γλυκά κι άλλα διάφορα καλούδια που τα πρόσφεραν.
Στους φιλοξενούμενους αλλά και στους δικούς.
Γιατί είχανε πάντα ανοικτές τις πόρτες.
Κι οι παππούδες λέγανε ιστορίες για την δύναμη του ανθρώπου.
Για το πως όσο δύσκολα και να περνά
τόσο πιο πολύ δυναμώνει, πεισμωνει, αντέχει
για να προχωρά.
Δίνει το χέρι και μαζί με τον γείτονα, τον φίλο, τον άγνωστο
πήγαιναν την ζωή λίγο πιο κάτω.
Που είναι αυτοί οι άνθρωποι που μέσα στην αγραμματοσύνη τους
δείχνανε τι είναι η ζωή;
Γιατί Πολιτισμός είναι η ίδια η ζωή.
Το δώρο που σεβάστηκαν.
Και την φύση δεν την εχθρεύονταν.
Γνώριζαν μια πολύ απλή αλλά βασική αλήθεια.
Ότι είμαστε κομμάτι της κι όχι κυρίαρχοι,
την έχουμε και μας έχει ανάγκη, άρα
χρειάζεται να την φροντίζουμε.
Σεβασμός κι ευγνωμοσύνη.
Παράδειγμα οφθαλμοφανές, σημερινό.
Σύγκρινε τα κτίρια τώρα, με εκείνων των ανθρώπων.
Ένα φιάσκο, μια υπερβολή,
εκτός τόπου και χρόνου,
της μεγαλομανίας να δειχτουμε.
Αυτό, άλλωστε, είμαστε και οι ίδιοι.
Ακαλλιέργητοι, ανιστορητοι, δίχως μεράκι κι αιδώ.
Αν λοιπόν κάποτε καταφέρουμε, μέσα μας, να αλλάξουμε
τότε ναι, θα υπάρξει χώρος όχι μόνο 
για το πνεύμα και τον Πολιτισμό, αλλά και για
πολλούς – πολλούς ανθρώπους από άλλα μέρη που 
εκτιμούν τέτοιες σταθερές αξίες και θέλουν 
να τις επισκεφθούν. Να τις γνωρίσουν.
Αυτό σε άλλα μέρη το λένε τουρισμό,
όποιας μορφής, μα εδώ ούτε για αυτό
έχουν ακούσει…
Ίσως τότε επιστρέψουν κι εκείνοι πού αποχώρησαν
αρνούμενοι να βιώνουν αποσύνθεση.
Αποστρεψαν το βλέμμα από το τέλμα
και οι ίδιοι για να μην βουλιάξουν…

νικόλας μερτζανίδης

1 σχόλιο

  1. Μ.Ρ. Αναρράχοβα

    Γιατί Πολιτισμός είναι η ίδια η ζωή. Έδιναν το χέρι και μαζί με τον γείτονα, τον φίλο, τον άγνωστο
    πήγαιναν την ζωή λίγο πιο κάτω και ακόμα λίγο μέχρι το τέλος …
    Που είναι αυτοί οι άνθρωποι που μέσα στην αγραμματοσύνη τους
    δείχνανε τι είναι η ζωή;