Καλοκαιρινές αναμνήσεις

Τα καλοκαίρια της δεκαετίας του ’80 διαρκούσαν τρεις ολόκληρους μήνες. Είχαν παιδιά που παραθέριζαν με τον παππού και τη γιαγιά στο χωριό, γιατί οι γονείς εργάζονταν. Είχαν παγωτό ξυλάκι με επικάλυψη που δεν ήταν σοκολάτα. Είχαν μπάνια πρωί και απόγευμα. Είχαν γάιδαρο, κατσίκα και κότα. Είχαν ηλεκτρονικά στο καφενείο που δούλευαν με πενηντάρικο και λεβιέ.

Θυμάμαι εκείνα τα καλοκαίρια που μύριζουν ακόμα στη μνήμη μου αντιηλιακό Copperton, φέρνουν τη γεύση κόκκων άμμου στο στόμα (ανάθεμά με, ακόμα πιστεύω ότι κριτσανίζει η υφή τους στα χείλη μου) και δροσίζουν το κορμί μου με το πιο δροσερό νερό από το λάστιχο που στερεώνε ο πατέρας μας στην εξωτερική σκάλα του σπιτιού μας, για να φύγουν τα πρώτα αλάτια μετά το μπάνιο (και για να μη θυμώσει η μαμά, αν μπούμε μέσα στο σπίτι σαν τα γυφτάκια).

Από εκείνες τις εποχές, κράτησα για πάντα στην καρδιά μου τη διαδρομή σπίτι-Άγ. Ανδρέας που κάναμε με το κεφάτο LADA μας, το κασετόφωνο να κάνει απροσδιόριστο πρόγραμμα -ίσως με κάποια διαλείμματα Καρα πιπερίμ της Γλυκερίας-, ένα μικροτρακάρισμα στη Ν. Φιλαδέλφεια, ακόμα και τις κιτρινωπές ψάθες των καθισμάτων του αυτοκινήτου.
Δεν το ξέραμε τότε, αλλά στην πραγματικότητα η διαδρομή δεν ήταν σπίτι-Άγ. Ανδρέας, αλλά Ευτυχία-Απόλυτη ανεμελιά και ανάποδα. Περνούσαμε από το γεφυράκι, την κατηφόρα, μετά τη σημερινή γέφυρα των Αγίων Αναργύρων, από το γήπεδο της ΑΕΚ, από τα στενά προσφυγικά του δήμου και την ΟΥΛΕΝ στη Νέα Ιωνία. Περνούσαμε τη Φιλοθέη που σαν μια ατελείωτη ευθεία μας έβγαζε στην Αγία Παρασκευή και μετά στη Μαραθώνος, όπου συναισθηματικά είχαμε ήδη φτάσει.
Ποτέ δεν πηγαίναμε στη δεξιά πλευρά της μύτης του κόλπου του Άγιου Ανδρέα, ήταν σαν να είχαμε χωρίσει την παραλία σε δική μας και δική τους. Δύο διαφορετικοί κόσμοι που κοινό τους μόνο άξονα είχαν τη βραχώδη και εν μέρει τσιμεντοποιημένη μύτη και τα βράχια που πλήγωναν την ενότητα του κόλπου στα δύο.

Δεν είχαμε μαζί μας ομπρέλες, κουβαδάκια, παρά μόνο ψάθες, αντιηλιακά και ένα θερμός σε μία τσάντα που ετοίμαζε η μαμά από την προηγούμενη μέρα για να πάρουμε μαζί μας. Δεν χρειαζόμασταν κάτι παραπάνω. Ούτε γυαλιά, ούτε παρεό, ούτε δεύτερο μαγιό για να αλλάξουμε. Δεν περιμέναμε για να μπούμε. Δεν πηγαίναμε για χάζι. Ο στόχος μας ήταν να βρεθούμε στη θάλασσα, όσο το δυνατόν πιο γρήγορα γινόταν.

Φούσκωνε ο μπαμπάς τα μπρατσάκια μου και σύντομα βρισκόμουν να ακολουθώ τα υδάτινα χνάρια της αδελφής μου (που πάντα ήξερε να κολυμπάει) και του ξαδελφού μου, που μετά από παρότρυνση του μπαμπά στους γονείς του, μας ακολουθούσε αρκετές φορές, προκαλώντας ωστόσο φασαρίες και καυγάδες, που δεν μας εμπόδιζαν να τον ξανακαλούμε να έρθει και την επόμενη φορά μαζί μας.
Όριο μέχρι το οποίο μπορούσαμε να ανοιχτούμε είχαμε στο μυαλό μας τα αφρίζοντα κύματα στον μικρό ύφαλο, κάποια μέτρα από την ακτή. Εκεί έφταναν (και ανέβαιναν πάνω του μάλιστα) μόνο οι πιο θαρραλέοι, αλλά εγώ με τα δειλά μπρατσάκια μου, μόνο να τους κοιτώ με θαυμασμό μπορούσα.

Ο μπαμπάς προσπαθούσε να με μάθει να κολυμπώ. Με ανασήκωνε στην επιφάνεια του νερού με το χέρι του κάτω από την κοιλιά μου και με παρότρυνε να κουνήσω τα χεράκια και τα ποδαράκια μου… Με την ασφάλεια των δυνατών του χεριών από κάτω μου, μπορώ να πω ότι τα κατάφερνα θαυμάσια, μα μόλις εκείνα έκαναν την κίνηση να με… αυτονομήσουν, έχανα κάθε αυτοπεποίθηση και πνιγόμουν. Και πάλι από την αρχή…
Μέχρι βέβαια τη φορά που φώναξα στον μπαμπά, «κοίτα μπαμπά, έμαθα!» για να μην με αγχώνει πια με τα μαθήματα κολύμβησης και ως δεινή κολυμβήτρια έπλευσα από τη μία άκρη της παραλίας στην άλλη.
Αυτό που δεν ήξερε κανείς (τώρα που το σκέφτομαι, ο μπαμπάς δεν ήταν δυνατόν να μην το είχε καταλάβει) ήταν ότι πότε με το ένα μου πόδι και πότε με το άλλο, ενίσχυα την προσπάθειά μου να παραμείνω στην επιφάνεια. Παίζοντας λοιπόν ένα ιδιότυπο υποβρύχιο κουτσό, έκανα τους άλλους να με αφήσουν στην ησυχία μου, για να απολαύσω τη θάλασσα όπως την ήθελα εγώ.

Μου άρεσε να κάνω βουτιές. Με κλειστά μάτια και για ελάχιστα κλάσματα του δευτερολέπτου, αλλά ήμουν τουλάχιστον πολύ περήφανη που οι δικές μου βουτιές δεν ήταν σαν της αδελφής μου, που έγερνε μονάχα πίσω το κεφάλι και έβρεχε τα μαλλιά της. Μπορεί κλείνοντας τη μύτη και τα μάτια ερμητικά, να βίωνα έναν εικονικό πνιγμό (τώρα που το σκέφτομαι, οι υπόλοιποι γύρω μου, ίσως να πίστευαν ότι περί τέτοιου επρόκειτο), μπορεί τα μάτια μου και η μύτη μου να μην σταματούσαν να ρέουν μετέπειτα, αλλά εγώ ήμουν πολύ ευτυχισμένη.

Βγαίνοντας από τη θάλασσα, σκουπιζόμασταν, στεγνώναμε και πηγαίναμε προς το αυτοκίνητο, όπου ο μπαμπάς το άραζε κοντά στα συρματοπλέγματα του στρατοπέδου, για να έχει ίσκιο. Εκεί έστρωνε μια μεγάλη πετσέτα στο πίσω κάθισμα, πλεναμε εναλλάξ τις πατούσες μας με νερό από το θερμός και μερικές φορές τρώγαμε λίγη ντομάτα με τυρί και ψωμί, που μας είχε ετοιμάσει για κολατσιό η μητέρα.

Tα τζιζίκια έκαναν πανηγύρι και εμείς καταλαβαίναμε ότι είχε έρθει η ώρα της επιστροφής. Μια επιστροφή που δεν σταμάτησε ποτέ το μυαλό να ξαναγυρίζει συχνά στον «τόπο του εγκλήματος». Απλά και όμορφα. Έτσι ήταν τότε…

Απόσπασμα από «Το Καλοκαίρι του Ευκλείδη» της Κωνσταντίνας Τασσοπούλου
εκδόσεις Οσελότος

ithaque.gr

κοινοποίηση

shares