Η μία και μοναδική (της Μαρίας Κανδύλη)

Γεμίζεις τη ζωή σου με ανώφελες παρουσίες. Τόσες πολλές και όμως δε φτάνουν να γεμίσουν την άδεια ψυχή. Τη σηκώνεις απαλά στο φως, μη τη σχίσεις, και βλέπεις διάσπαρτες τρύπες. Πότε έγιναν τόσες πολλές;  Γιατί δεν κλείνουν;

Την απομακρύνεις από το φως, εκεί στα σκοτάδια φαίνεται εντάξει, συμπαγής, άτρωτη. Φοβάσαι, ναι εσύ, τρέμεις  τη στιγμή που ακόμα και κει στα σκοτεινά οι τρύπες θα ξεχωρίζουν. Ο φόβος σε πεισμώνει, οι τρύπες  που δεν κλείνουν σε θυμώνουν, οι παρουσίες νομίζεις θα σε  σώσουν.

Χθες πήγες και αγόρασες ένα λεύκωμα για φωτογραφίες, γυαλιστερό, με σελίδες πολλές, πάρα πολλές. Εκεί μέσα κόλλησες τις παρουσίες. Όλες. Κάθε σελίδα και ένα πρόσωπο που σε κοιτά με επεξεργασμένο χαμόγελο, για να είναι όσο πιο όμορφο γίνεται, όσο πιο φωτεινό. Το γέμισες και ύστερα το ξεφύλλισες πέντε, δέκα, είκοσι φορές, χωρίς στο τέλος να θυμάσαι ονόματα, χωρίς να μπορείς να αναγνωρίσεις πρόσωπα.

Και σήμερα, πριν λίγο, πήγες με ψεύτικη αυτοπεποίθηση στο παράθυρο, εκεί που ο ήλιος περίμενε αδέκαστος κριτής. Σήκωσες την ψυχή σου, όχι και τόσο απαλά, βέβαιος πως οι τρύπες δεν θα υπήρχαν πια, σχεδόν βέβαιος. Κι όμως, κι όμως ήταν όλες εκεί. Τόσες όσες και οι παρουσίες. Δεν άλλαξαν, δεν έκλεισαν, προστέθηκε άλλη μία, διαφορετική, μεγαλύτερη.

Αναρωτιέσαι γιατί, ενώ ξέρεις την απάντηση. Κοίταξε το λεύκωμά σου, κοίτα το! Είναι εκεί στο πάτωμα που αδιάφορα το πέταξες. Λείπει κάτι σημαντικό. Νιώθεις έναν φυσικό πόνο στο στήθος, έναν πόνο που δεν υπάρχει, όμως εσύ τον νιώθεις σαν μαχαίρι που στριφογυρίζει στα σωθικά σου αργά, επώδυνα αργά.

Αυτό που λείπει απ’ το γυαλιστερό, όμορφο λεύκωμα είναι το εξώφυλλο, η μία και μοναδική απουσία. Η μεγαλύτερη καινούργια τρύπα της ψυχής σου, που είναι η παλιότερη όλων, αυτή που πια είναι ορατή και στο απόλυτο σκοτάδι, που πάντα ήταν.

“Πλυμένα Λάβαρα”: Το πρώτο βιβλίο της Καστοριανής Μαρίας Κανδύλη

shares