Απαλά… (της Μαρίας Κανδύλη)

Πολύ καιρό κρατούσε μισάνοιχτη την πόρτα.

Αντιστεκόταν στην βροχή, στον ήλιο, στον αέρα που εναλλάξ  -και πολλές φορές ταυτόχρονα-  προσπάθησαν να τη  νικήσουν και  παρασύροντάς την  ορμητικά,  να σφαλίσουν την  ξύλινη είσοδο.

Έκρυβε πάντα τα χέρια της. Μάρτυρες της προσπάθειας, γεμάτα γρατζουνιές, αίματα και  κόμπους από την γυμνή επαφή δέρματος-ξύλου.

Άφηνε να φαίνεται μόνο το χαμόγελό της που φάνταζε αναλλοίωτο και ικανό –σαν ασπίδα-  να υπερασπιστεί ενάντια σε όλους τη βαριά πόρτα.

Να μη κλείσει.

Αντιστεκόταν στη βροχή, στον ήλιο στον αέρα και κατάφερνε να την κρατά ανοιχτή.

Μισάνοιχτη.

Το εσωτερικό του οικήματος έμοιαζε με ναό.

Ήταν ναός.

Γεμάτος κεριά και μνήμες.

Γεμάτος ψιθυριστές προσευχές.

Ο ναός της αγάπης με μια ιεροσύνη ανώτερη από κάθε ανθρώπινη ή άλλη δύναμη.

Πλημμυρισμένος συγχώρεση για τον ασεβή που άργησε να έρθει να προσκυνήσει ματώνοντας δάχτυλα, φτιάχνοντας  χαμόγελα, ρόζους κι  αναγκάζοντας εκείνη να στέκει για τόσο πολύ καιρό φρουρός.

Να στέκει ακίνητη περιμένοντας τον να έρθει.

Μια νύχτα αφέγγαρη άκουσε κομμάτια γυαλιού να πέφτουν στο γυμνό πάτωμα. Να πληγώνουν την τραχιά επιφάνεια.

Δε φυσούσε, δεν έβρεχε, δεν είχε ήλιο.

Μπορούσε ν’ αφήσει για λίγο την πόρτα και να τρέξει να δει ποιος θρυμμάτισε το φεγγίτη.

Ήταν ο ασεβής.

Στην αρχή  εκείνη χάρηκε,  σκέφτηκε πως ίσως ντρεπόταν να μπει από την κεντρική είσοδο επειδή τα ρούχα του ήταν φθαρμένα, θαμπά, λίγα.

Θα το έφτιαχνε το παράθυρο. Ένα απλό τζάμι χρειάζονταν και ίσως, ίσως γονάτιζε και με επιμέλεια έτριβε το πάτωμα εξαφανίζοντας τις γρατζουνιές.

Θα το έφτιαχνε.

Αρκεί που ο ασεβής ήρθε.

Μα σαν τα μάτια της συνήθισαν το σκοτάδι,  σαν γνωρίστηκε με τις σκιές,  είδε πως δεν ήταν κανείς.

Έλειπε μόνο η εικόνα.

Η εικόνα που μέχρι πριν λίγο δέσποζε και μαρτυρούσε σε ποιόν ήταν αφιερωμένος τούτος ο ναός.

Ο ναός της αγάπης, της ανώτερης από κάθε ανθρώπινη ή άλλη δύναμη.

Της ιερής.

Με μιας χάθηκαν οι πληγές απ’  τα δάχτυλα,  χάθηκε το χαμόγελο.

Κάτι μπερδεύτηκε στα πόδια της και σκύβοντας είδε πως ήταν ένα κουρέλι φθαρμένο,  θαμπό,  λίγο.

Ήταν του ασεβή.

Το σήκωσε για να δει το μέγεθος.

Χαμογέλασε με την ομοιότητα.

Αργά  -σχεδόν ευλαβικά-  τοποθέτησε το κουρέλι στη θέση που πριν σπάσει ο φεγγίτης ήταν η εικόνα της αγάπης εκεί.

Ταίριαζε απόλυτα.

Ύστερα,  ύστερα  έσβησε τα κεριά με την ανάσα της.  Αφαίρεσε τα δακτυλικά αποτυπώματα από  τις μνήμες και διέταξε τις προσευχές να πάψουν.

Σχεδόν τις λυπήθηκε έτσι που ύψωσαν ένα  μάταιο τελευταίο φθόγγο  σαν μοιρολόι που τις είχε βρει απροετοίμαστες.

Τις  λυπήθηκε σχεδόν.

Κοίταξε το χώρο γύρω της και βεβαιώθηκε πως όλα ήταν εντάξει.

Σπασμένο το παράθυρο, πληγωμένο το δάπεδο, η εικόνα απούσα, το κουρέλι στη θέση του.

Σκοτάδι  παντού.

Ναι όλα ήταν εντάξει.

Κατευθύνθηκε προς την πόρτα, εκείνη που για καιρό κρατούσε μισάνοιχτη   ενάντια στη βροχή, στον ήλιο, στον αέρα.

Την άνοιξε – χωρίς προσπάθεια-  διάπλατα και βγήκε έξω.

Έβρεχε.

Είχε ήλιο.

Φυσούσε.

Με  σίγουρες κινήσεις που είχαν τη σφραγίδα του αμετάκλητου,  χωρίς να ρίξει μια δεύτερη ματιά σε κείνο το οίκημα που κάποτε ήταν ναός,  την έκλεισε πίσω της.

Απαλά…

 

 

 

 

 

 

 

 

shares