9 μποφόρ… (της Μαρίας Κανδύλη)

Ταξίδευε εκείνος χρόνια ολόκληρα κι ανάγκη δεν είχε καμία αγριεμένη θάλασσα.

Καλός καπετάνιος, καλό σκαρί.

Ανάγκη δεν είχε.

Και κει καταμεσής στο ήρεμο πέλαγος, εκεί στη νηνεμία, τον κοίταξε.

Ναυάγησε στα μάτια της.

Δε χρειάστηκε παρά μόνο ένα απλό βλέμμα.

Ύστερα τον έβαλε σε κάδρο ανύπαρκτο και το κάρφωσε στον  λευκό, άδειο τοίχο.

Πως φώτισε με μιας όλο το σπίτι, πως έσπασε έτσι το σκαρί στα δύο, πως βυθίστηκε χωρίς να προλάβει να φωνάξει :

«Βοήθεια……».

Ζωντάνεψε ο ουρανός, σκοτείνιασε,  δεν πρόφτανε να ξερνά ανέμους, χιονόνερο, κεραυνούς, νύχτα. Και το κάδρο του στολισμένου τοίχου που φυλάκιζε τόση αγωνία  να μην έχει μετακινηθεί ούτε έναν πόντο.

Πως;

Δεν ήξερε να κολυμπά εκείνη, φοβόταν τόσο τη θάλασσα, έτρεμε τα κύματα που θέριευαν με την παραμικρή αλλαγή του καιρού, δεν την ξεγελούσε  ο ανεπαίσθητος  παφλασμός  που έκρυβε αλάτι αιώνων.

Είχε ακούσει ιστορίες παλιές.

Κυματιστές φωνές υπόκωφα ψιθύρισαν  αλμυρούς θρύλους  την πρώτη φορά που είχε πλησιάζει τη θάλασσα.

Πως στον πυθμένα της -εκεί που  το νερό αγκάλιαζε με υγρά δάχτυλα τη γη,  εκεί που της απαγορευόταν επιτέλους η είσοδος- κατοικούσαν  διάσπαρτα τσακισμένα σκαριά που τους έλειπαν τα κατάρτια, τα πανιά, τους έλειπαν οι γλάροι μα είχαν ακόμα τις άγκυρες σαν  αντικλείδια που όμως δεν άνοιγαν το βυθό.

Μια σκουριασμένη αρμαθιά περασμένη στο χέρι της θάλασσας.

Τα ήξερε όλα αυτά γι αυτό φοβόταν τόσο.

Κι όμως ένα και μόνο βλέμμα της αρκούσε για κείνο το σκαρί.

Κάποιες νύχτες στεκόταν απέναντι  και κοιτούσε το κάδρο, το γεμάτο αφρισμένα κύματα που όμως ποτέ δεν κατάφερναν να δραπετεύσουν και να απλωθούν στον τοίχο, να τον λυγίσουν και να τρέξουν ξέπνοα στον ωκεανό παρασύροντας μαζί σκαρί και καπετάνιο.

Έκλαιγε τότε εκείνη, έκλαιγε μήπως κατάφερνε η αλμύρα των ματιών της να ενωθεί με τα παγιδευμένα κύματα. Μήπως πλημμυρίζοντας δάκρυα μπορούσε να γυρίζει πίσω το χρόνο  στο ήρεμο πέλαγος, στη νηνεμία, στο γερό σκαρί που ανάγκη δεν είχε.

Και είναι αλήθεια πως τα είχε  καταφέρει.

Πολλές φορές.

Μόνο που, μόνο που τότε ο καπετάνιος γαντζώνονταν από τα βλέφαρα της  με πραγματική απόγνωση και κρατώντας την ανάσα του βουτούσε ξανά στα βαθιά.

Σκούπιζε τα μάτια της εκείνη, χαμογελούσε προσωρινά.

Είχε τη δική της τη θάλασσα.

shares