Νεκρός βρέθηκε σήμερα το πρωί στο Ψυχιατρείο των φυλακών Κορυδαλλού ο 46χρονος ισοβίτης Θεόφιλος Σεχίδης, ο οποίος κρατείτο εκεί από το 2001.

Σύμφωνα με πληροφορίες, πιθανή αιτία θανάτου είναι η ανακοπή καρδιάς, καθώς αντιμετώπιζε σοβαρά καρδιολογικά προβλήματα εδώ και χρόνια και λάμβανε φαρμακευτική αγωγή. Πάντως, η ιατροδικαστική έκθεση θα αποτυπώσει τα αίτια θανάτου.

Όπως έγινε γνωστό, ήταν υπέρβαρος και την ώρα του μπάνιου, σήμερα το πρωί, παρουσίασε δυσκολία αναπνοής και μεταφέρθηκε αμέσως στο νοσοκομείο κρατουμένων, όπου και διαπιστώθηκε ο θάνατός του.

Ο Θεόφιλος Σεχίδης συνελήφθη στις 8 Αυγούστου του 1996 επειδή δολοφόνησε και, στη συνέχεια, τεμάχισε μέλη της οικογένειάς του (τον πατέρα, τη μητέρα, το θείο του, την αδερφή του και τη γιαγιά του) στη Θάσο, καθώς πίστευε ότι είχαν συνωμοτήσει εναντίον του για να τον σκοτώσουν.

Το 2017, μετά από 21 χρόνια εγκλεισμού του, είχε υποβάλει αίτηση αποφυλάκισης, η οποία όμως είχε απορριφθεί.

Το έγκλημα της Θάσου

 

 Στις 8 Αυγούστου του 1996 και σε ηλικία 24 χρόνων, έγινε γνωστό ότι σκότωσε και τεμάχισε μέλη της οικογένειάς του, διότι πίστευε πως εκείνοι είχαν συνωμοτήσει εναντίον του με σκοπό να τον σκοτώσουν. Οι φόνοι διεπράχθησαν στις 19 και 20 Μαΐου του 1996 στην Θάσο.Ο πρώτος του φόνος ήταν αυτός του 58χρονου θείου του, τον οποίο αρχικά έσπρωξε από γκρεμό, έπειτα από λογομαχία διότι πίστευε ότι ήθελε να τον σκοτώσει.Έπειτα, έκοψε το κεφάλι του «για να μην βασανίζεται άλλο». Έπειτα, πυροβόλησε τον 55χρονο πατέρα του, Δημήτρη, επειδή ο δεύτερος κρατούσε μαχαίρι, φοβούμενος ότι ήθελε να τον δολοφονήσει. Έκοψε την καρωτίδα αρτηρία του. Στη συνέχεια, σκότωσε την 48χρονη μητέρα του, Μαρία, αποκεφαλίζοντάς τη χρησιμοποιόντας δύο μαχαίρια, καθώς και αυτή κρατούσε μαχαίρι, και έπειτα την 27χρονη αδερφή του, Έμμυ (Ερμιόνη) Σεχίδη, με τον ίδιο τρόπο. Ο Σεχίδης αφαίρεσε τους εγκεφάλους των θυμάτων και τους διατήρησε στο ψυγείο, για «μεταγενέστερη μελέτη». Την επόμενη ημέρα, η 75χρονη γιαγιά του Σεχίδη,Ερμιόνη, πήγε στο σπίτι της οικογένειας και εκείνος την σκότωσε επίσης με τον παραπάνω τρόπο.Ισχυρίστηκε ότι εκείνη ήθελε τον τραυματίσει με ένα μαχαίρι.

Την επόμενη μέρα, τεμάχισε όλα τα πτώματα με αλυσοπρίονα, εκτός από αυτό του θείου του,τα τοποθέτησε σε σακούλες σκουπιδιών και τα πέταξε στη χωματερή της Καβάλας.

Τα εγκλήματα άρχισαν να ερευνώνται, έπειτα από καταγγελία στην βελγική αστυνομία από την Ελένη Σεχίδη, η οποία κατοικούσε στο Βέλγιο και ήταν σύζυγος του θείου του Θεόφιλου Σεχίδη, για εξαφάνιση των μελών της οικογένειας Σεχίδη αλλά και του ίδιου. Όταν η αστυνομία δεν μπόρεσε να συγκεντρώσει επαρκή στοιχεία ώστε να συνεχίσει την έρευνα, η Σεχίδη ταξίδευσε στη Θάσο για να βρει τον σύζυγό της. Ο ίδιος, προσποιούνταν ότι δεν γνώριζε που βρίσκονται οι συγγενείς του και ότι τους έψαχνε και αυτός.

Η δίκη

Ο Σεχίδης δικάστηκε στις 20 Ιουνίου του 1997 στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Δράμας. Νωρίτερα, δήλωσε στην Αστυνομία ότι διέπραξε τους φόνους σε άμυνα και όντας θύμα οικογενειακής συνωμοσίας, για το λόγο ότι του «έκαναν ψυχολογικό πόλεμο», επειδή ήξερε ότι ήταν «παιδί άλλης μάνας» και δεν του έλεγαν την αλήθεια.

Καταδικάστηκε σε πέντε φορές ισόβια.Μεταφέρθηκε στο Ψυχιατρείο Κρατουμένων των Φυλακών Κορυδαλλού. Παρότι κατέθεσε αίτηση αποφυλάκισης από το 2016 αυτή δεν έγινε δεκτή από το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο (έχει το δικαίωμα να ασκεί μία αίτηση αποφυλάκισης κάθε χρόνο από τη συμπλήρωση ορισμένου αριθμού χρόνων στη φυλακή, κατά τα οριζόμενα από το άρθρο 105 του Ποινικού Κώδικα).