Τα πέτα της μοναξιάς (της Μαρίας Κανδύλη)

Ηρωικά αγωνίστηκες σε εκ των προτέρων χαμένες μάχες.
Είχες ακούσει το κάλεσμα του πολεμικού εμβατηρίου….
Οι μάχες δόθηκαν για τη ζωή σου.
Να την κάνεις καλύτερη. Όπως την ονειρευόσουν.
Άτρωτος ποτέ δεν ένιωσες, ούτε καν στο αποκορύφωμα της αδρεναλίνης.
Φοβόσουν!
Πάντα δείλιαζες, όμως προχωρούσες.
Δεν ήξερες ποια ή πότε θα ήταν η στιγμή που θα έπεφτες, αλλά πίσω δεν κοιτούσες. Πρότασσες θαρρετά το σώμα, έτρεχες στα τυφλά αφήνοντας ακάλυπτη την ψυχή σου και ήταν πάντα τόσο κόκκινη, τόσο παλλόμενη.
Ένας ευδιάκριτος στόχος, που αμέσως ξεχώριζαν και σημάδευαν.
Λευκή σημαία ανακωχής δε θέλησες να σηκώσεις, αν και ήξερες ότι κάπου στα υπάρχοντά σου υπήρχε τουλάχιστον μία, μία σημαία που έμενε αχρησιμοποίητη, τακτικά διπλωμένη εκεί.
Δε συμβιβάστηκες στιγμή μαζί της.
Δε συμβιβάστηκες με τίποτα.
Κι έτσι εσύ, που τόσο φοβόσουν το αίμα και τον πόνο, έμαθες να δένεις ερασιτεχνικά κρυφές πληγές πριν κακοφορμίσουν. Ελάχιστα πριν τον ακρωτηριασμό.
Έμαθες να κάνεις κουτσά δεκανίκια που τα πετούσες μόλις η ψυχή σου ανάρρωνε. Έμαθες να σφίγγεις τα δόντια και κάθε βράδυ να παρουσιάζεσαι και να αναφέρεις ευθυτενώς παρόν ή παρούσα.
Μετάλλια ανδρείας ποτέ δεν γύρεψες να καρφώσεις στα πέτα της μοναξιάς σου. Θα σε ενοχλούσε η λάμψη και το μεταλλικό τους κρύο κροτάλισμα.
Εξάλλου στους δικούς σου πολέμους ποτέ δεν ήσουν υψηλόβαθμο στέλεχος.
Η στολή δεν είχε κανένα διακριτικό.
Απλός στρατιώτης, ένα αμούστακο στραβάδι της ζωής, χωρίς τις κατάλληλες προϋποθέσεις και το παράστημα, με ακατέργαστο, σχεδόν πρωτόγονο θάρρος, για να μη ξέρεις από πού πηγάζει, να μη βρεις ποτέ την πηγή και, όντας βαριά πληγωμένος, θελήσεις κάποτε να την καταστρέψεις και να παραδοθείς.
Και τώρα ιδού!
Κατάχαμα εδώ στο σούρουπο γυαλίζεις με μηχανικές κινήσεις τα λιγοστά σου όπλα, τα μετρημένα πυρομαχικά, που φαίνονται αρκετά για την επόμενη μάχη και περιμένεις το χάραμα, την ώρα που ηχούν οι σάλπιγγες, για να ρισκάρεις πάλι τον κόκκινο ακάλυπτο στόχο.
Το ίδιο φοβισμένος όπως κάθε φορά.
Το ίδιο αποφασισμένος να μη δείξεις πόσο.
Πόσο γενναίο είναι να ζεις την κάθε σου στιγμή με το φόβο να μη φανείς ποτέ δειλός.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ΠΛΥΜΕΝΑ ΛΑΒΑΡΑ.

(Αν με ρωτούσες ποιο κείμενο από τα 40 αγαπώ σήμερα περισσότερο, ίσως και να έλεγα αυτό)

«Πλυμένα Λάβαρα»: Το πρώτο βιβλίο της Καστοριανής Μαρίας Κανδύλη

 

 

Σχολιάστε

Η διευθυνση email σας ΔΕΝ θα δημοσιοποιηθεί(ενημερωθείτε για την πολιτική ανάρτησης σχολίων στο fouit.gr απο εδώ) *

*

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.