Πώς θα πρέπει να ψηφίσουμε (Γράφει ο Λεωνίδας Θ. Πουλιόπουλος)

Ακούγοντας δυσάρεστες αλήθειες ή ευχάριστα ψέματα!

Πριν τέσσερα χρόνια είχε φιλοξενηθεί άρθρο μου στην εφημερίδα <<Φωνή της Καστοριάς>>(16-6-2015) με τίτλο ΄΄ Ο δρόμος της αρετής και της κακίας ΄΄. Ένας πολύ διδακτικός μύθος που αφορά όλους μας και κυρίως τους πολιτικούς. Επειδή δε, επαληθεύθηκε στις τελευταίες  εκλογές, εύχομαι να γίνει μάθημα προς παραδειγματισμό για όλους μας. Όπως φαίνεται πολλοί  ψηφοφόροι προτίμησαν να κάνουν την επιλογή  ακολουθώντας τον δρόμο της αρετής ή του ενάρετου κύκλου, και να δώσουν μια ευκαιρία ακόμη στις δυνάμεις εκείνες που ευαγγελίζονται(μένει να διαπιστωθεί), ότι δεν θα ξανακάνουν τα ίδια λάθη όπως στο παρελθόν, ότι θα ακολουθήσουν τον δρόμο της αρετής, (δηλαδή  δεν θα υποκύψουν στα ρουσφέτια κ.λπ.), ότι έμαθαν από τα λάθη τους και δεν θα  επαναλάβουν τα ίδια λάθη κ.λπ.

Η κοινωνία διαφαίνεται ότι είναι πρόθυμη  να δώσει ακόμη μια ευκαιρία σε μια παράταξη η οποία σε πολλά λοιδορήθηκε δικαίως, αλλά και σε πολλά αδίκως, ενώ διαφαίνεται ότι είναι έτοιμη να τιμωρήσει  μια παράταξη, που παρά το ηθικό της πλεονέκτημα έκανε τα ίδια, που αυτή κατήγγειλε. Οι ψηφοφόροι μπορεί να λειτουργούν συμφεροντολογικά και να κοιτάζουν πρώτα την τσέπη τους, αλλά είναι σε θέση να κάνουν θυσίες, εφόσον έχουν να κάνουν με ειλικρινείς κυβερνώντες και πολιτικές. Οι στρατηγικές που δεν είναι ειλικρινείς δεν αποδίδουν.

Σίγουρα θα διερωτηθεί κάποιος. Και ποιος μας εγγυάται ότι και οι νέοι κυβερνήτες που προέρχονται από μια δοκιμασμένη παράταξη, δεν θα κάνουν τα ίδια;  Η ΕΛΠΙΔΑ πεθαίνει τελευταία. Αν και αυτή την φορά δεν δούμε κάποια πραγματική αλλαγή στάσης και νοοτροπίας τότε αλλοίμονο μας. Έχουμε την ελπίδα ότι, τόσο η κρίση όσο και τα δήθεν ΄΄ ΗΘΙΚΑ ΠΛΕΟΝΕΚΤΗΜΑΤΑ ΄΄ μας έκαναν σοφότερους και θα αλλάξουμε όλοι και  κυρίως οι έχοντες την εξουσία. Διότι διαφορετικά θα ακολουθήσει μια άλλη ΑΛΩΣΗ που θα είναι ίσως χειρότερη και  από αυτήν της ΄΄ Βασιλεύουσας ΄΄.

Αν θέλει ό νέος πρωθυπουργός της χώρας να μείνει στην ιστορία ως πραγματικός μεταρρυθμιστής και όχι σαν μια επανάληψη όλων των προηγουμένων που έλεγαν ΕΥΧΑΡΙΣΤΑ ΨΕΜΑΤΑ και όχι ΠΙΚΡΕΣ ΑΛΗΘΕΙΕΣ, που έφεραν τη χώρα σε αυτή τη κατάσταση, ας ακολουθήσει το δρόμο της ΑΡΕΤΗΣ, που είναι δύσκολος τραχείς αλλά θα οδηγήσει την ΠΑΤΡΙΔΑ και τον ΕΛΛΗΝΙΣΜΟ στον ενάρετο κύκλο, που ονειρεύτηκαν  επιφανείς και αφανείς συμπατριώτες μας, τόσο εντός όσο και εκτός ελλαδικού χώρου.

Αυτόν λοιπόν τον ΜΥΘΟ ξαναδημοσιεύω, ελπίζοντας ότι θα συνδράμει στο να αποκτήσουμε νηφαλιότητα ευθυκρισία και διορατικότητα στην επιλογή μας. Στα τέσσερα χρόνια που πέρασαν όσοι τον διάβασαν ίσως τον ξέχασαν και όσοι δεν τον διάβασαν ας τον λάβουν υπόψη τους.

<< Οι μύθοι και οι παροιμίες που διδαχθήκαμε στα σχολεία, δεν ήταν απλά αφηγήματα ή παραμύθια μιας άλλης εποχής. Ήταν διδάγματα και εμπειρίες με διαχρονικότητα, βγαλμένα από  αληθινά γεγονότα, που ίσως εμπλουτίστηκαν με διάφορα στοιχεία και υπερβολές  για να γίνουν ποιο κατανοητά και ποιό παραστατικά στους νεαρούς μαθητές και γενικότερα στους ανθρώπους, που ήθελαν  μια ποιο περιπετειώδη αφήγηση για να κατανοήσουν και να εμπεδώσουν ένα γεγονός με νόημα και δίδαγμα.

Έτσι λοιπόν  βιώνοντας τόσο την σημερινή πολιτικοκοινωνική όσο και την όλη  προγενέστερη κατάσταση, κυρίως μετά την μεταπολίτευση, θεώρησα ότι ο μύθος του Προδίκου  για τον Ηρακλή, που διέσωσε ο Ξενοφώντας, γίνεται επίκαιρος σήμερα, όσο ποτέ άλλοτε. Τι έλεγε λοιπόν αυτός ο μύθος που αποδεικνύεται, ότι ήταν, είναι και θα είναι διαχρονικός, ρεαλιστικός και διδακτικός.

Όταν ο Ηρακλής βρισκόταν ακόμα στην νεαρότατη ηλικία των μόλις 18 ετών, ζούσε στον Κιθαιρώνα, έχοντας δάσκαλό του τον Λίνο. Εκεί λοιπόν κατά την διάρκεια μίας δύσκολης στιγμής της ζωής του, είχε λάβει την απόφαση να ακολουθήσει αντί της «Ηδίστης και ράστης οδού της κακίας» την «χαλεπήν και μακράν οδό της αρετής». Όταν ο Ηρακλής είχε απομακρυνθεί από το ποίμνιο και τους ποιμένες του πατέρα του, κάθισε σε ένα ερημικό μέρος και άρχισε να σκέφτεται και να αναρωτιέται για το ποια θα είναι η οδός που θα πρέπει να ακολουθήσει στην ζωή του.
Τότε είδε να εμφανίζονται και να κατευθύνονται προς το μέρος του δύο πολύ ψηλές γυναίκες, με τελείως διαφορετική εμφάνιση, κινήσεις και συμπεριφορά. Η μία γυναίκα φερόταν πολύ σεμνά, ήταν πολύ καθαρή και ντυμένη με λιτά και όμορφα ρούχα.(Συντηρητική θα την λέγαμε σήμερα).  Είχε κίνηση και στάση απλή και το βλέμμα της ήταν σοβαρό και μετριόφρον.

Η άλλη γυναίκα ήταν παχύσαρκη και επιδεικτική. Φορούσε πολυτελή και πανάκριβα ρούχα τα οποία όμως ήταν άκομψα και διαλεγμένα χωρίς καθόλου γούστο. Το βλέμμα της ήταν προκλητικό. Παρατηρούσε γύρω της τα πάντα με αυθάδη τρόπο, ενώ το πρόσωπό της ήταν πολύ έντονα μακιγιαρισμένο.

Επιπλέον, επιτάχυνε το βήμα της, ώστε να είναι αυτή η πρώτη που θα βρεθεί μπροστά στον έφηβο Ηρακλή και μόλις τον πλησίασε του είπε τα εξής λόγια: «Βλέπω Ηρακλή, ότι αυτό που σκέφτεσαι είναι το ποιος θα μπορούσε να είναι για σένα ο καλύτερος τρόπος ζωής. ( Θράσος το λέμε σήμερα)
Έχω να σου πω λοιπόν ότι, εάν αποφασίσεις να με ακολουθήσεις, θα περάσεις μία πολύ όμορφη ζωή χωρίς να καταβάλεις καμιά ιδιαίτερη προσπάθεια.(Προεκλογικές υποσχέσεις των πολιτικών).
Ότι  και αν είναι αυτό που επιθυμείς, θα μπορούσες πολύ εύκολα να το αρπάξεις από τους άλλους και όχι να προσπαθήσεις να το αποκτήσεις με την δική σου προσωπική εργασία. Αυτό που μπορώ να σου προσφέρω είναι την εύκολη απόλαυση όλων σου των αισθήσεων και θα ζεις μόνο για να απολαμβάνεις.» Ο Ηρακλής όταν άκουσε όλες τις δελεαστικές προτάσεις αυτής της γυναίκας, την ρώτησε: «Και ποιο είναι το όνομά σου;» Εκείνη του απάντησε: «Οι φίλοι μου με ονομάζουν ΕΥΔΑΙΜΟΝΙΑ, οι εχθροί μου όμως με ονομάζουν ΚΑΚΙΑ.»

Στο ίδιο λοιπόν δίλημμα βρίσκεται και πάλι  σήμερα η ελληνική κοινωνία. Να ακολουθήσει τον δύσκολο δρόμο της λιτότητας, του νοικοκυρέματος της αξιολόγησης, της πειθαρχίας, της δικαιοσύνης και δημοκρατίας για όλους τους εργαζόμενους,  ή τον άλλον δρόμο της προσωρινής χαλαρότητας,  με ξεπερασμένες αντιλήψεις που δοκιμάστηκαν και απέτυχαν,  που σίγουρα οδηγούν στην προσωρινή ανακούφιση αλλά όχι στην θεραπεία και την ανάπτυξη.

Η σημερινή κυβέρνηση έχει την μοναδική ευκαιρία, μετά τον εμφύλιο, να αποδείξει στον ελληνικό λαό ότι υπάρχει ελπίδα για κάτι νέο, καινούργιο, νεωτεριστικό, για ένα νέο άθλο της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Αυτό όμως για να γίνει δεν μπορεί να επιτευχθεί με συνταγές παλαιοκομματικής αντίληψης. Θα μπορούσε με ένα νέο ΄΄ ΜΕΑ ΚΟΥΛΠΑ΄΄ να ξεπλύνει τις αμαρτίες του παρελθόντος της και να προχωρήσει σε μια ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΕΠΑΝΙΔΡΥΣΗ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ,(όχι σαν αυτή που εξήγγειλε το 2004 ο Κώστας Καραμανλής), χωρίς να ντρέπεται να χρησιμοποιήσει τις λέξεις, ανάπτυξη, κέρδος, αξιολόγηση, αξιοκρατία, πειθαρχία, σεβασμός κ.λπ. Αλλά και δίνοντας το πραγματικό νόημα στις λέξεις, ακαδημαϊκό άσυλο, αντιπροσωπευτική δημοκρατία, διαδήλωση με σεβασμό στον συνάνθρωπο και τους νόμους της πολιτείας, καθώς και άλλες λέξεις  που το νόημά τους έχει αλλοιωθεί και παρεξηγηθεί.

Η απόφαση λοιπόν για τον ποιο δρόμο θα ακολουθήσουμε είναι δική μας. Ο δρόμος της Αρετής, που θα είναι δύσκολος και ανηφορικός αλλά οδηγεί στην ανάπτυξη και την ευδαιμονία ή ο δρόμος της Κακίας που είναι δελεαστικός και εύκολος, αλλά οδηγεί σε ακόμη χειρότερα δεινά που πέρασε τα τελευταία πέντε χρόνια η πατρίδα μας. Εμείς έχουμε τα γένια και τα χτένια.

Κλείνοντας το σύντομο αυτό άρθρο, ευχόμαστε οι <<παγκάλιες>> ρήσεις, ΄΄ όλοι μαζί τα φάγαμε ΄΄ και ΄΄ όλοι μαζί αυτοκτονήσαμε΄΄ να μην επαληθευθούν ολιστικά.>>

     Αυτό ήταν το άρθρο που δημοσιεύσαμε πριν τέσσερα χρόνια, πριν το δημοψήφισμα του καλοκαιριού του 2015 και το επαναλαμβάνουμε σήμερα λίγες μέρες πριν τις εκλογές προκειμένου ο ψηφοφόρος να προβληματιστεί και να κάνει την σωστή επιλογή. Εμείς ελπίζουμε και πιστεύουμε ότι όλους μας η κρίση και οι εμπειρίες μας έκαναν σοφότερους και δεν θα παρασυρθούμε από παρόμοια ντοπαριστικά συνθήματα όπως:  ΕΟΚ ΚΑΙ ΝΑΤΟ ΤΟ ΙΔΙΟ ΣΥΝΔΙΚΑΤΟ, ΕΞΩ ΟΙ ΒΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ, ΕΠΑΝΙΔΡΥΣΗ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ, ΣΚΙΖΟΥΜΕ ΚΑΙ ΑΛΛΑΖΟΥΜΕ ΤΑ ΜΝΗΜΟΝΙΑ ΜΕ ΕΝΑ ΑΡΘΡΟ και ένα σωρό άλλα ΕΥΧΑΡΙΣΤΑ ΨΕΜΑΤΑ.

Εάν και τώρα δεν διορθωθούμε, τότε φοβούμαι πολύ ότι, για την  ΄΄ ΑΛΩΣΗ ΄΄ θα φταίμε εμείς και όχι οι κακοί γείτονές μας.

Ο Λεωνίδας θ. Πουλιόπουλος είναι Οικονομολόγος, Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου,  Επίκουρος  Καθηγητής  Διοίκησης Επιχειρήσεων  , με σημαντικό συγγραφικό έργο και αρθρογραφία για διάφορα επίκαιρα θέματα.