Παρέμβαση του Συλλόγου Ελλήνων Κοινωνιολόγων (ΣΕΚ) για την διδασκαλία της κοινωνιολογίας

Με αφορμή την εισαγωγή της κοινωνιολογίας στα πανελλαδικώς εξεταζόμενα μαθήματα,το τελευταίο διάστημα, παρατηρείται μια προσπάθεια από 

διάφορους εκπαιδευτικούς οργανισμούς, να υλοποιήσουν σεμινάρια για τη διδακτική της κοινωνιολογίας, με ειδικότητες άσχετες της κοινωνιολογίας και οι οποίες δεν έχουν και δεν είχαν ποτέ, με βάση τις ακαδημαϊκές και επαγγελματικές τους αναφορές, καμία σχέση με το αντικείμενο.

Ακόμη, πολλά φροντιστήρια προσπαθούν να προσαρμοστούν στις νέες ανάγκες, αναθέτοντας σε άτομα, που επίσης δεν έχουν καμία σχέση με το γνωστικό αντικείμενο, να διδάξουν και να προετοιμάσουν τα παιδιά για τις πανελλήνιες, πάνω σε ένα αντικείμενο που δεν γνωρίζουν καθόλου. Επιπλέον, ζητούν από τους κοινωνιολόγους περισσότερα αποδεικτικά της διδακτικής τους εμπειρίας, η οποία όμως είναι κατοχυρωμένη από το Προεδρικό διάταγμα 159/2009 δημοσιευμένο στο ΦΕΚ Α΄199/1-10-2009.

Αυτή η προσπάθεια προσβάλλει συνολικά τον κλάδο, καθώς επιχειρείται η απονομιμοποίηση του ρόλου της κοινωνιολογίας και του κοινωνιολόγου. Η κοινωνιολογία όμως δεν είναι απλώς ένα μάθημα, είναι μια επιστήμη, η οποία απαιτεί βαθιά κατανόηση των βασικών θεωριών της, στηριζόμενη σε μια μοναδική εξέλιξη της κοινωνικής πραγματικότητας αλλά και στην εξέλιξη της ίδιας μέσα από την συνεχή εκπαίδευση των κοινωνιολόγων.

Είναι απορίας άξιον πώς άτομα με διαφορετικό αντικείμενο και δίχως ποτέ να έχουν οι ίδιοι διδαχθεί έστω και ένα μάθημα κοινωνιολογίας, να καλούνται να αναπαράγουν και κυρίως, να επιχειρούν να μεταλαμπαδεύσουν τις βασικές αρχές μιας επιστήμης, που δεν γνωρίζουν. Άλλωστε η ίδια η φύση της επιστήμης δεν μπορεί ούτε να αναπαραχθεί, ούτε να μεταδοθεί μέσω της αποστήθισης, αλλά απαιτεί μια βαθύτερη κριτική κατανόηση και την ικανότητα σύνδεσής της με την κοινωνική πραγματικότητα. Χρειάζεται «κοινωνιολογική φαντασία», που δίνει την δυνατότητα στον κοινωνιολόγο να προσαρμόζει ανά πάσα στιγμή ανάλογα με τις δυνατότητες του ακροατηρίου του τον τρόπο που απευθύνεται σε αυτό και που προωθεί την δυναμική και κριτική σκέψη απέναντι στις κοινωνικές καταστάσεις. Αυτή η «κοινωνιολογική φαντασία» δεν είναι δυνατόν να αποκτηθεί με ολιγοήμερα, ή ακόμη και πολυήμερα σεμινάρια.

Στο Σ. Ε. Κ. θεωρούμε ότι οι παραπάνω πρακτικές, δεν απαξιώνουν μόνο την επιστήμη της κοινωνιολογίας, απαξιώνουν γενικά την εκπαίδευση. Επιπλέον, καλλιεργείται μια ανομική αντίληψη, του «ότι δηλώσεις, είσαι», καθώς επίσης, ότι όλα τα γνωστικά αντικείμενα είναι ίδια, σε μια εποχή, όπου επικρατεί ηεξειδικευμένη επιστημονική γνώση. Η αντίληψη αυτή τείνει να επιβληθεί , παραμερίζοντας τις ανάγκες των μαθητών και των οικογενειών τους, καθώς αποσκοπεί μόνο στην, με κάθε τρόπο, κερδοφορία.

Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, για την αποφυγή από μια σειρά αλληλένδετων προβλημάτων, εκείνο που πρέπει να επισημανθεί είναι η αναγκαιότητα να αντιληφθούμε τη σημασία αυτής της παρατήρησης ,σε ευρεία κλίμακα, ώστε να γίνει αντι¬ληπτό ότι αυτό που ισχύει για κάθε είδους γνώ¬ση και βέβαια για τη λεγόμενη «καθαρά επιστημονική» ισχύει για την διδακτική της Κοινωνιολογίας.

Το Δ.Σ. του ΣΕΚ