Κριτική-παρουσίαση του βιβλίου “Γραικοί στην Τασκένδη” της Άννας Παπαδημητρίου από τον Δημήτρη Μάνο

Ευτυχώς που δεν κερδίσαμε σύντροφοι!

Χρόνης Μίσσιος

Είναι κοινός τόπος ότι, από την μεταπολίτευση και εντεύθεν, ο εκδοτικός χώρος κατακλύστηκε από προσωπικές καταθέσεις, μαρτυρίες, ανθρώπων, που σκοπό είχαν την προσωπική τους διάσωση. Να αποσείσουν, ει δυνατόν, τις ευθύνες από πάνω τους εις τρόπον ώστε να παραδώσουν εαυτούς ακέραιους, αμόλυντους από πολιτικά, ηθικά, επιχειρησιακά λάθη, σφάλματα στην ιστορία, με αμφίβολα, δυστυχώς, γι’ αυτούς αποτελέσματα. Απόδειξη αυτού, η παντελής λήθη προσώπων και έργων, εκτός ελαχίστων οι οποίοι έθεσαν, με περισσή ειλικρίνεια και περισυλλογή, την πέννα τους επί τον Τύπον των Ήλων, φέρνοντας στην επιφάνεια ιστορικές καταθέσεις που παρέμεναν ερμητικά κλεισμένες στις ένοχες συνειδήσεις των συντελεστών μιας κορυφαίας ιστορικής στιγμής· του εμφυλίου πολέμου ιδιαίτερα.

Μία τέτοια, ειλικρινής, κατάθεση είναι και το έργο «Γραικοί στην ΤΑΣΚΈΝΔΗ» της Άννας Παπαδημητρίου το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Επίκεντρο.

Τα γεγονός ότι η κατάθεση, μαρτυρία, δεν προέρχεται από ηγετικό μέλος της στρατιωτικής – πολιτικής ηγεσίας του χώρου, αντικειμενικός σκοπός του οποίου θα ήταν να κερδίσει ο (η) συγγραφέας την υστεροφημία του, προσδίδει μεγαλύτερη πειθώ, αξία και αντικειμενικότητα στο έργο. Ως εκ τούτου, οφείλουμε να εξάρουμε  την βούληση της συγγραφέως να αρθεί στο ύψος της ιστορικής αναγκαιότητος, με ότι συνεπάγεται αυτό από την, κατ’ επίφαση ή μη, πάλαι ποτέ, αλλά και νυν, νομενκλατούρα της γηγενούς αριστεράς, δεδομένου ότι προσπαθεί να αποκαλύψει το αίτιον μιας τραγωδίας μέσα από την υπαρξιακή προσωπογραφία μιας ανεπαρκούς, αν όχι αλλοτριωμένης, ηγεσίας, οι αποφάσεις της οποίας καθόρισαν το μεταπολεμικό μέλλον του χώρου και της χώρας, που στην προσπάθειά της να επιβάλλει εαυτόν, να δικαιολογήσει την πολιτική της ανεπάρκεια, το βαθύ πολιτισμικό της έλλειμμα, τα λάθη και τις παραλείψεις, αναγόρευσε εαυτόν σε υπέρτατη αρχή· μήτρα του ολοκληρωτισμού, της καταπίεσης και της τυραννίας.

Το έργο κινείται γύρω από δύο βασικούς άξονες: Τον ιστορικό και της βιωματικής αυτοβιογραφίας, με  χώρο δράσης την Τασκένδη της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, κατά πρώτο στάδιο, περιοχή στην οποία εγκαταστάθηκαν υπό δυσμενέστατες βιοποριστικές συνθήκες μετά την κατάρρευση του Δημοκρατικού στρατού (1949), οι περισσότεροι αγωνιστές του εμφυλίου πολέμου, και την Ελλάδα κατά δεύτερο στάδιο, μετά την παλιννόστησή τους. Δι ο και, πέραν της ηθογραφικής, βιωματικής καθημερινότητος, φυσικώ τω λόγω να περιέχει πλείστες όσες ιστορικές αφηγήσεις, αναφορές, οδυνηρά σπαράγματα του εμφύλιου, όπως αυτά που, κατά συρροήν, δοθείσης ευκαιρίας, κατετίθεντο από τους συντελεστές του στα ευήκοα ώτα της Γιαννούλας, που, διά χειρός Άννας Παπαδημητρίου, δίδονται, μέσω της συγκεκριμένης έκδοσης σήμερα στην δημοσιότητα.

Παρότι, αρκούντως, απαιτητική, η εν λόγω σύνθεση, εντούτοις, εντυπωσιάζει η ευρηματικότητα της συγγραφέως, καθώς εικόνες λυρισμού διανθίζουν την ιστορική δραματικότητα που είναι σφόδρα ζοφερή και λίαν επικίνδυνη, ως προς την διαχείριση· προσώπων ιδιαίτερα· δεδομένου ότι επιχειρείται, επιχειρεί, να παρουσιάσει μέσω της ενδοανθρώπινης παρακμής, την ιδεολογική παρακμή μιας ηγεσίας, που στην προσπάθειά της να ιδιοποιηθεί, όντας ελλιπής, όπως αναφέρθηκε, την εξουσία, ταύτισε την φιλοδοξία με την ματαιοδοξία και την διαλεκτική με την μισαλλοδοξία, προδίδοντας το όραμα μιας επανάστασης την οποία ούτε γνώριζε, ούτε ήταν σε θέση να υλοποιήσει, και στην προσπάθειά της να διασωθεί, δολοφόνησε ζωές, καταπάτησε αρχές, αξίες, συνειδήσεις.

Η διά ζώσης νατουραλιστική αφήγηση των μαχητών, οδηγεί στα όρια της ταύτισης τον αναγνώστη, καθώς ο χρόνος μηδενίζεται από το εύρος της δραματικότητος και την απτή παράθεση των τραγικών τους βιωμάτων, απώτερος σκοπός των οποίων είναι η κάθαρση από την ενεδρεύουσα απειλή· τα φαντάσματα του παρελθόντος!

Η ακριβής και τόσο ειλικρινής, παρά τη φόρτιση, λεπτομερειακή κατάθεση της «προδοσίας», απαρχή της οποίας υπήρξαν οι συμφωνίες, Λιβάνου και Καζέρτας· προοίμιο των Δεκεμβριανών, του εμφυλίου, της ήττας και της απορρέουσας εξ αυτής τραγωδίας (σελ. 58–95), είναι αρκούντως ικανή να λυγίσει και τον πλέον ψυχρό, ουδέτερο, αντίθετο ή μη αναγνώστη. Κι αυτό γιατί, μέσω της επαγωγής, του διαλόγου και της διαλεκτικής, οδηγεί την αφήγηση στα όρια της αποδοχής, χωρίς καμία δυνατότητα απόρριψης, δεδομένου ότι στερείται υπερβολής, φανατισμού και μισαλλοδοξίας.

Θα αδικούσε παράφορα, έργο και συγγραφέα, όμως κανείς, εάν παρέλειπε να αναφερθεί στα πέτρινα χρόνια της εξορίας, όπου συντελέστηκαν σημεία και τέρατα από τους γραφειοκράτες του συστήματος, στο όνομα της προσωπικής τους διάσωσης  πάλι. Τους «ταγούς», ούτως ειπείν,  των σοσιαλιστικών (;) αξιών, που, ως διαπρύσιοι κήρυκες των ανθρωπίνων δικαιωμάτων,  δεν έπαυαν να καταγγέλλουν, διαρρηγνύοντας  τα ιμάτιά τους,  τις ανακριτικές μεθόδους, τα απάνθρωπα βασανιστήρια στις ελληνικές φυλακές, στους σύγχρονους «Παρθενώνες» και στα απανταχού κολαστήρια, αλλά πριν αλέκτωρ φωνήσαι, τα υιοθετούσαν, προκρίνοντάς τα (τί φρίκη;), δυστυχώς, για τους διαφωνούντες· συντρόφους, έως χθες, συναγωνιστές τους. Εφαρμόζοντας τις ίδιες, δυστυχώς, αν όχι πιο απάνθρωπες, μεθόδους ανακρίσεων, βασανισμών και ψευδών καταθέσεων τις οποίες υπέγραφαν οι ανακρινόμενοι σε κατάσταση λιποθυμίας· μίλησε κανείς για δίκες της Μόσχας;

Οι ανακριτικές τακτικές που εφαρμόστηκαν πάνω σε πλείστους όσους εξ αυτών, λαλούντων και διαφωνούντων, κάνουν να φαίνονται παιδικό παιχνίδι τα μεσαιωνικά βασανιστήρια, τα δε πάθη πολλών (π.χ των Εβριτών), είναι απείρως πιο φρικιαστικά των Ιερών Παθών.

Και μέσα σε αυτό το ερεβώδες τοπίο φρίκης, αίματος, σφαγών και οιμωγών, να προβάλει η τρυφερή τραγικότητα της Βαγγελίτσας η οποία περιέφερε από φυλακή σε φυλακή και από κρατητήριο σε κρατητήριο το κόκκινο μεταξωτό φουστάνι που το φύλαγε ως κόρη οφθαλμού για καλύτερες μέρες η φτωχή, που ήταν η μέρα της εκτέλεσής της· αχ, μωρέ Βαγγελίτσα! Αλλά και το αγγελικό, μυθικό αίσθημα της Αργυρώς και του Θωμά από την Κορυσό Καστοριάς, και την τραγικότητα της Ανθούλας που κάνουν και την πέτρα ακόμη να ραγίσει.

Κι ενώ θα περίμενε κανείς, ότι, υπό το βάρος ενός τόσο σκληρού βιωματικά, αναπόδραστου, δογματικού, πολιτικού φορτίου, θα υπέκυπταν, θα αλλοτριώνονταν, θα έχαναν την ταυτότητά τους, όχι μόνο δεν υπέκυψαν, δεν αλλοτριώθηκαν, δεν έχασαν την ταυτότητά τους· αλλά την ενίσχυσαν, έτι περαιτέρω, μένοντας πιστοί στη γλώσσα τους, στις παραδόσεις τους, στην ελληνικότητά τους, δημιουργώντας μία κοινωνία υψηλού ανθρωπισμού, πολιτιστικής αναφοράς και αλληλεγγύης. Μια κοινωνία απόλυτα ελληνική σε όλες τις εκφάνσεις (παιδεία, ήθη, έθιμα), πράξη που είχε ως αποτέλεσμα να εμπεδώσει υψηλότατη ελληνική συνείδηση στην δεύτερη γενιά· απτή απόδειξη η Γιαννούλα (η κάθε Γιαννούλα), οι οποία, παρότι μεγάλωσε σε ένα τόσο μακρινό, δυσμενές, πολυεθνικό, περιβάλλον, δεν αισθάνθηκε στιγμή να αλλοιώνεται η ελληνικότητά της. Με την υψηλή εποπτεία του περιβάλλοντος χώρου (γονείς, ελληνική κοινότητα –παιδεία, εκδηλώσεις), φυσικά, που απέρριπτε (ταν) μετά βδελυγμίας κάθε μορφή αλλοτρίωσης, μηδέ των αισθημάτων, των μικτών γάμων εξαιρουμένων. Πώς θα μπορούσε, αφού διακαής τους πόθος ήταν το νόστιμον ήμαρ, η ακριβή επιστροφή τους στην πατρίδα που φάνταζε με ορίζοντα, που, όσο τον πλησίαζαν, τόσο απομακρυνόταν. Βοηθούσης και της επίσημης ελληνικής πολιτείας και των οικογενειών τους, βέβαια, που, διά των εμμονών και των ιδεολογικών αγκυλώσεων η μεν, και δια των αποκληρώσεων και των απορρίψεων οι δε, κατόρθωναν να απομακρύνουν κάθε προσπάθεια επιστροφής.

Άθλος λοιπόν η επιβίωση – η επιστροφή τους!

Δημήτρης Μάνος

dimitrismanos.blogspot.com

Άννα Παπαδημητρίου

Η Άννα Παπαδημητρίου γεννήθηκε το 1950 από έλληνες γονείς στην Τασκένδη, πρωτεύουσα του Ουζμπεκιστάν της Κεντρικής Ασίας. Οι γονείς της εκδιώχθηκαν μετά την ήττα του ΔΣΕ το ’49 στην Αλβανία όπου έζησαν δύο μήνες, μέχρις ότου καθοριστεί ο τελικός προορισμός τους. Στην Τασκένδη τελείωσε το 11τάξιο υποχρεωτικό σχολείο, την Μαιευτική σχολή και το Βιολογικό τμήμα του Πανεπιστημίου της πόλης. Το 1974 παντρεύεται έναν έλληνα ιατρό και εργάζεται ως ερευνήτρια στο εξεταστικό τμήμα του Ερευνητικού Ινστιτούτου Φυματίωσης της πόλης. Το 1977 επαναπατρίστηκε με τον σύζυγό της και την ίδια χρονιά έδωσε γραπτές εξετάσεις στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης για αναγνώριση του πτυχίου της. Κατόπιν εξετάσεων στο Λύκειο στην ύλη της Γ’Λυκείου λαμβάνει το ελληνικό απολυτήριο και διορίστηκε στη Μέση Εκπαίδευση του νομού Καστοριάς. Κατά διαστήματα εργάστηκε στη Μέση Εκπαίδευση Αττικής και Θεσσαλονίκης.

Οι νέοι που μεγάλωναν στην Τασκένδη άκουγαν τις ιστορίες των γονέων τους από την εποχή του Εμφυλίου και αντιλαμβάνονταν πως κάτι πολύ κακό συνέβη στη χώρα τους. Η ιστορία της Ελένης, μητέρας της Γιάννας, είναι μια πραγματική ιστορία που περιγράφει πώς βρέθηκε από την Ήπειρο στην Τασκένδη μετά την υποχρεωτική επιστράτευσή της στον Δημοκρατικό Στρατό. Ήταν ένα 15χρονο κορίτσι όταν ξεκίνησε η περιπέτειά της και μπορούσε να σκοτωθεί από στιγμή σε στιγμή, όπως χιλιάδες Έλληνες αντάρτες και στρατιώτες, αδέλφια, ξαδέλφια, χωριανοί και φίλοι.
Μέσα από τις ατέλειωτες συζητήσεις των Ελλήνων της ξενιτιάς, των πρώην καπεταναίων του ΕΛΑΣ και των ανταρτών του ΔΣΕ, η νέα γενιά των προσφύγων στην Τασκένδη άκουγε συνταρακτικές αληθινές ιστορίες. Στο βιβλίο χρησιμοποιήθηκαν χειρόγραφα αυτόπτων μαρτύρων και αφηγήσεις ανθρώπων, σπαράγματα αληθινής ιστορίας, που έζησαν κατά την Κατοχή-Εμφύλιο.
Πίσω από κάθε μικρή ιστορία αυτών των ανώνυμων και επώνυμων πατριωτών υπάρχουν πραγματικές ανθρώπινες υπάρξεις, πραγματικά ιστορικά γεγονότα με ημερομηνίες, τοποθεσίες και ονόματα αυτών που επέζησαν με εμφανή και μη τραύματα και βρέθηκαν να ζουν στην ξενιτιά.
Αυτό το μυθιστόρημα επιδιώκει να διαφυλάξει τη μνήμη αυτών που έζησαν τα συνταρακτικά γεγονότα της Κατοχής και κυρίως του Εμφυλίου. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Περιεχόμενα

Πρόλογος
Μίλτος Πολυβίου
Τασκένδη, Οκτώβρης 1960
Ελλάδα, 1941
Τασκένδη, 1963
Οκτώβρης
Σάββατο 28 Οκτώβρη
Κυριακή 12 Νοεμβρίου
Ελλάδα 1947-48
Κατάληψη της Φλώρινας 1949
28 Δεκέμβρη
31 Δεκέμβρη
Συζήτηση για τον Εμφύλιο
Τασκένδη, 1964
Μάρτης
Δευτέρα 20 Μαρτίου
Σάββατο απόγευμα, 25 Μαρτίου
Κυριακή, Μάρτης
Μάης
Ελλάδα, 1941-1949
Το ταξίδι για την Τασκένδη, Οκτώβρης 1949
Ιούνης
Νοέμβρης
Συζήτηση για τα γεγονότα μετά το τέλος του Εμφυλίου
Τασκένδη, 1965
Φλεβάρης
Μάρτης
Απρίλης
Η ιστορία του Δημήτρη Τασίδη
Καλοκαίρι
Παραμονή 15 Αυγούστου
15 Αυγούστου
Σεπτέμβρης – Νοέμβρης
Αθήνα, 1965
Τέλος Αυγούστου
Καστοριά, 1965
Φθινόπωρο
Χειμώνας
Καστοριά, 1966
Άνοιξη
Τασκένδη, 1966
Άνοιξη-καλοκαίρι
Φθινόπωρο
Χριστούγεννα
Τασκένδη, 1967
Απρίλης
Τασκένδη, 1968
Μάρτης
Καλοκαίρι
Η ιστορία του Αργύρη Κοβάτση
Η 7η Μεραρχία
Χριστούγεννα
Τασκένδη, 1969
Απρίλης
Φθινόπωρο
Τασκένδη, 1970
Καλοκαίρι-φθινόπωρο
Τασκένδη, 1971
Χειμώνας
Άνοιξη
Καλοκαίρι
Νοέμβρης
Χριστούγεννα
Τασκένδη, 1973-75
Τασκένδη, 1976
Τασκένδη, 1977
Μάης, Επιστροφή στην Ελλάδα
Θεσσαλονίκη, 1979
Καστοριά, 1979
Απότομη προσγείωση
Και πάλι στην Αθήνα
Αθήνα, 2007
Επιστροφή στην Τασκένδη
Οι αγνώριστες συνοικίες
Ο δρόμος του μεταξιού
Πίσω στην Τασκένδη
Επιστροφή στην Ελλάδα, 24 Αυγούστου 2007

 

 

Σχολιάστε

Η διευθυνση email σας ΔΕΝ θα δημοσιοποιηθεί(ενημερωθείτε για την πολιτική ανάρτησης σχολίων στο fouit.gr απο εδώ) *

*

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.