1917 (του Στάθη Μασκαλίδη)

Βρίσκεσαι έξω στη φύση, τοπίο ειδυλλιακό, τα μάτια κλείνουν, η κούραση σε βυθίζει στον κόσμο των ονείρων, ο Μορφέας καραδοκεί να σε πάρει στην αγκαλιά του, αγαλλίαση! Δυστυχώς δεν είναι ο μόνος! Ξαφνικά δέχεσαι μια γροθιά στο στομάχι, κι ας μην άπλωσε πάνω σου κανείς το χέρι του. Είναι ο αξιωματικός που σε επαναφέρει απότομα στην πραγματικότητα (στην τάξη όπως άναρχα την έχουν επιβάλλει οι συνθήκες), και σε διατάζει να τον ακολουθήσεις μαζί με έναν ακόμα άντρα που εσύ θα διαλέξεις. Και τότε αρχίζουν όλα!
Μια αποστολή που μπορεί να χαρακτηριστεί και θανάτου, με τις πιθανότητες σχεδόν όλες εναντίον σου, το διακύβευμα: Η απώλεια της ζωή σου! Το δίλλημα: Να διακινδυνέψεις τη ζωή σου για να αποτρέψεις τον αφανισμό 1600 ανθρώπων (μεταξύ αυτών και του αδερφού σου); Μονόδρομος… αρχίζει ένας αγώνας δρόμου, ο στίβος είναι ζοφερός, η φύση θρηνεί και χάνεται, φαλακρό τοπίο, κι όμως, στην πελούζα του θανάτου, τα πτώματα γίνονται τα άνθη της νιότης που σκόρπισαν, είναι τα πεσμένα φύλλα που αποκολλήθηκαν από της ζωής την χαρμοσύνη… περνάς από συρματοπλέγματα, από μονοπάτι όπου σημάδι είναι το ανθρώπινο κουφάρι, κι από την αρμαθιά που ανοίγει τον δρόμο, άλλος είναι αυτός που βαστάει το κλειδί που θα σε κρατήσει ζωντανό. Τρέχεις, τώρα έχεις να αντιμετωπίσεις τους φόβους σου, κάθε βήμα μοιάζει στρεβλό, κι από απέναντι καιροφυλακτεί ο εχθρός, και ποιος ξέρεις, ίσως κάποιος ελεύθερος σκοπευτής που σ΄ έχει βάλει στο στόχαστρο.
Μα είσαι άνθρωπος, και τρέχεις…τρέχεις να προλάβεις το κακό. Μα τι σημασία έχει κι αν είσαι άνθρωπος και μέσα σου εμφωλεύουν ψήγματα καλοσύνης; Η ανταμοιβή της, στους καιρούς αυτούς, ζέχνει δυσωδία και ξερνά φαρμάκι, γιατί οι περισσότεροι λησμόνησαν τι πάει να πει ευγένεια. Πληρώνεις ακριβά την προδοσία, με αίμα αποτιμάται η εμπιστοσύνη που έδειξες. Σηκώνεις τα μάτια ψηλά στον ουρανό, πουλιά δεν βλέπεις, μονάχα ιπτάμενες μηχανές. Χάνει τη λάμψη του ο αιθέρας! Στις αερομαχίες που λαμβάνουν χώρα πάνω απ’ το κεφάλι σου, εσύ μάρτυρας είσαι, μα και δουλικό, γιατί στη στιγμή μπορεί να χαθείς, από ένα βλέφαρο που θα σε θωρήσει, από ένα αεροπλάνο που θα σε κυνηγήσει. Μια πόλη ψάχνεις, στου χάρτη μια μικρή κουκκίδα, δεν λησμονάς πως είσαι η μόνη τους ελπίδα…μα τα εμπόδια είναι πολλά, οι σφαίρες χορεύουν δίπλα σου τρελά. Δεν εγκαταλείπεις! Πως θα μπορούσες άλλωστε όταν ξέρεις πως όλα εξαρτώνται από σένα. Βρίσκεις απρόσμενα σύμμαχο μα γρήγορα κόβεις τις γέφυρες μαζί του, γιατί αν θες να προλάβεις, πρέπει να συντομεύσεις τη διαδρομή.
Πόλεμος είναι και το αναπάντεχο πρωτοστατεί, κι όταν στην πόλη φτάνεις, πολύτιμο χρόνο χάνεις. Γιατί σε έφτασε και το κακό. Σε άγγιξε του εχθρού το μοχθηρό το βόλι κι ας μην ένιωσες στο κορμί σου το μολύβι, το υλικό από το οποίο φτιάχνονται οι σφαίρες. Χάνεις τις αισθήσεις σου κι όταν τις βρίσκεις πρέπει να τρέξεις περισσότερο, γιατί ο εχθρός δεν είναι πια προ των πυλών, αλλά μαζί σου, μια ανάσα πίσω σου. Όνειδος είναι η ζωή και πως την έχουν κάνει;
Κι όμως, ακόμα και στις χειρότερες στιγμές της ανθρωπότητας, αχνοφέγγει η ελπίδα, υπάρχουν αυτοί που την θρέφουν με αγάπη, είναι η μάνα που δεν γέννησε μωρό, είναι αυτή που εξασφαλίζει το μέλλον, αγωνίστρια χωρίς όπλα μα με ψυχικά εφόδια που δίνουν τα εχέγγυα για έναν καλύτερο κόσμο, είναι ο στρατιώτης που χαρίζει όλα του τα τρόφιμα για να επιβιώσει κάποια που είναι πιο ευάλωτη, εκεί φαίνεται η αξία της ανθρώπινης ζωής που τόσο έχει απαξιωθεί από τους ενορχηστρωτές του πολέμου. Και ενώ χρόνο δεν έχεις να δείξεις τα αισθήματα σου, η πόλη σφίγγει τον κλοιό του θανάτου, και τα εμέσματα του εχθρού, κυριολεκτικά και μεταφορικά, ξερνούν φωτιά και τρόμο. Και χρόνο δεν έχεις για να δεις πόσο πολύ πονάει ο εχθρός σαν σκοτώσεις τον σύντροφο του, γιατί τα βόλια σφυρίζουν πένθιμο τραγούδι και πρωταγωνιστής τους είσαι εσύ, που στόχο σ΄ έχουν βάλει.
Για τα αμαρτήματα σου υπάρχει εξαγνισμός, είναι τα νερά του ορμητικού ποταμού, μα πρέπει να γλυτώσεις από τις παγίδες που κρύβει. Θα τα καταφέρεις πατώντας πάνω σε σάρκινα νούφαρα, θα αναδυθείς από το τέλμα που σε απορροφά και θα βγεις σε δάσος γαλήνιο, και τότε θα δεις τους δικούς σου άντρες, κάτω από τα δέντρα, να ακούνε μια μελωδική φωνή, μαγεύεσαι, έχεις φτάσει πολύ κοντά στο τέλος.
Κλείνεις τα μάτια και επιτέλους χαλαρώνεις, όμως ο χρόνος, ο δυνάστης που ποτέ δεν κοιμάται, που δεν αναπαύεται, θέλει σε μια ακόμα δοκιμασία να σε βάλει. Που είναι ο ταγματάρχης; ρωτάς, κι η απάντηση που παίρνεις βάζει φτερά στα πόδια σου. Δεν προλαβαίνεις, αλλά και θα προλάβεις, το πένθιμο τραγούδι πάλι ακούγεται, και πάλι τα συρίγματα από τις σφαίρες σφυροκοπούν στα αυτιά σου, όμως αυτή τη φορά αδιαφορείς, χορεύεις ανάμεσα τους…τι σημασία έχει η ζωή σου αν χαθούν τόσες άλλες; Κάποτε φτάνεις, εξηγείς, και αντί για ικανοποίηση λαμβάνεις αποδοκιμασία. Μα και πάλι είσαι ευχαριστημένος, έκανες το καθήκον σου και τήρησες και την υπόσχεση που έδωσε στον συμπολεμιστή σου. Αφανής ήρωας!
Η ταινία με εξέπληξε, απίστευτα ατμοσφαιρική, δικαίως έχει τόσο πολλές υποψηφιότητες για τα βραβεία Όσκαρ. Είμαι πεπεισμένος πως θα κερδίσει αρκετά από δαύτα. Η σκηνοθεσία εντυπωσιάζει, πραγματικά, το τραγούδι, το Wayfaring Stranger, τη στιγμή που ακούγεται σε καθηλώνει, όσο για τις εικόνες, που διαρκώς εναλλάσσονται, τόσο παραστατικά αποτυπώνουν την καταστροφή που σου δίνουν την αίσθηση πως βρίσκεσαι στην κόλαση… το 1917 είναι μια ξεχωριστή ταινία που όλοι πρέπει να δουν.