Η αμερικανική αριστερά ετοιμάζεται για την εκλογική μάχη με τον χειρότερο δυνατό τρόπο

του George Packer (*)

Είναι αδύνατον να προβλέψει κανείς αυτή τη στιγμή τα αποτελέσματα των προεδρικών εκλογών. Ο Ντόναλντ Τραμπ μπορεί θαυμάσια να επανεκλεγεί. Το μόνο για το οποίο μπορούμε να είμαστε βέβαιοι είναι ότι η προεκλογική εκστρατεία θα είναι πολύ βίαιη. Η Αριστερά ετοιμάζεται για τη μάχη αυτή με τον χειρότερο δυνατό τρόπο, αφού βρίσκεται αντιμέτωπη με βαθιές διαιρέσεις: οι ριζοσπάστες απέναντι στους πραγματιστές.

Οι πρώτοι θέλουν ριζικές αλλαγές, αρνούνται τα ημίμετρα, θεωρούν τον συμβιβασμό συνώνυμο με τη διαφθορά και θέλουν πάση θυσία να επιβληθούν. Από μια άποψη θυμίζουν τον Τραμπ. Οι δεύτεροι ακολουθούν τη γραμμή του Μπαράκ Ομπάμα και του Μπιλ Κλίντον: θέλουν να μεταρρυθμίσουν τη χώρα, αλλά με πιο ήπιο τρόπο, βήμα-βήμα. Κυριότερος εκπρόσωπος της πρώτης τάσης είναι ο Μπέρνι Σάντερς και της δεύτερης ο Τζο Μπάιντεν.

Η αδιαλλαξία των ριζοσπαστών ανησυχεί τους μετριοπαθείς, που φοβούνται ότι την ώρα της κάλπης οι ψηφοφόροι θα απομακρυνθούν από το κόμμα. Αυτό είναι και το βασικό ερώτημα αυτής της προεκλογικής διαδικασίας: ποιος μπορεί να νικήσει τον Τραμπ; Πρέπει να δοθούν υποσχέσεις για μείζονες αλλαγές ή να καθησυχαστούν οι ψηφοφόροι; Προς το παρόν, κανείς δεν γνωρίζει ποια προσέγγιση είναι η καλύτερη. Η προσωπική μου άποψη είναι ότι ο Μπέρνι Σάντερς δεν μπορεί να νικήσει τον Νοέμβριο.

Η γερουσιαστής της Μασαχουσέτης Ελίζαμπεθ Γουόρεν βρίσκεται κατά τη γνώμη μου σε καλύτερη θέση. Είναι η μόνη που μπορεί να ενώσει τα δύο ρεύματα, καθώς υπόσχεται βαθιές αλλαγές αλλά είναι έτοιμη να αναθεωρήσει τις απόψεις της όταν είναι αναγκαίο. Υπερασπίζεται, για παράδειγμα, την ιδέα ενός οικουμενικού συστήματος υγείας, ακούει όμως και τις επικρίσεις. Επιπλέον, δεν εκφράζεται με αυταρχικό τρόπο.

Πολλά λέγονται για τη λεγόμενη ταυτοτική Αριστερά, που υπερασπίζεται παθιασμένα τις μειονότητες. Αλλά η έμφαση που δίνουν σε ζητήματα όπως το φύλο ελάχιστους Αμερικανούς ενδιαφέρει. Οι μαύροι, για παράδειγμα, που δεν έχουν πανεπιστημιακό δίπλωμα και ζουν μακριά από τις πόλεις, αδιαφορούν. Οι νέοι, πάλι, έχουν ευρύτερες αναζητήσεις και στρέφουν το κόμμα προς τα αριστερά. Είναι λογικό. Από τότε που γεννήθηκαν, η χώρα τους πηγαίνει από τη μια αποτυχία στην άλλη: πόλεμος στο Ιράκ, χρηματοπιστωτική κρίση, επιστροφή του φυλετικού ζητήματος. Είναι θεμιτό λοιπόν να επιμένουν ότι κάτι πρέπει να αλλάξει.

Οι νέοι αυτοί εμφανίζονται δύσπιστοι απέναντι στον Μπάιντεν, ο οποίος υποστηρίζεται κυρίως από τους πιο ηλικιωμένους ψηφοφόρους και τους μαύρους. Ο τελευταίος μεγάλος μετασχηματισμός που έζησε ο αντιπρόεδρος του Μπαράκ Ομπάμα χρονολογείται από τη δεκαετία του 1990. Ο κοινωνιολογικός χαρακτήρας των ψηφοφόρων του άρχισε τότε να αλλάζει, η ανώτερη μεσαία τάξη άρχισε να προσεγγίζει το κόμμα, ενώ τα λαϊκά στρώματα απομακρύνονταν. Έτσι, οι λευκοί εργάτες ψηφίζουν σήμερα Ρεπουμπλικανούς, ενώ οι κερδισμένοι της παγκοσμιοποίησης υποστηρίζουν τους Δημοκρατικούς.

Ας μην κρυβόμαστε: οι αξίες της ελευθερίας και της δημοκρατίας δεν υπαγόρευαν ποτέ την εξωτερική μας πολιτική. Έπαιζαν όμως σημαντικό ρόλο: συνέβαλλαν στο κύρος μας, ακόμη και μεταξύ εκείνων που μισούσαν τις Ηνωμένες Πολιτείες. Σήμερα, η νομιμότητα της αμερικανικής ισχύος είναι βαθιά τραυματισμένη. Μετά τον πόλεμο στο Ιράκ και τη χρηματοπιστωτική κρίση, η αμερικανική δημοκρατία έχει καταληφθεί από μια δυσφορία που την εμποδίζει να παίζει τον ρόλο της εγγυήτριας της φιλελεύθερης τάξης. Ο Ομπάμα το κατάλαβε και αποτραβήχτηκε λίγο από τη διεθνή σκηνή, ιδιαίτερα από τη Μέση Ανατολή.

Άλλοτε μας κατηγορούσαν για τον παρεμβατισμό μας, σήμερα μας κατηγορούν για τον απομονωτισμό μας, καθώς το κενό που δημιουργήθηκε έχει καταληφθεί από τη Ρωσία, την Τουρκία, την Κίνα, το Ιράν. Ίσως τελικά υπάρχει κάτι χειρότερο από έναν κόσμο υπό την αιγίδα της αμερικανικής ισχύος: ένας κόσμος όπου η αμερικανική ισχύς λείπει.

Με τον σημερινό πρόεδρο, η αμερικανική εξωτερική πολιτική βασίζεται πλήρως στον συσχετισμό δυνάμεων και δεν έχει καμιά σχέση με οικουμενικές αξίες. Το μόνο ερώτημα που τίθεται είναι ποιος θα αποσπάσει το καλύτερο deal. Και αυτό με ανησυχεί.

Ο Ντόναλντ Τραμπ στηρίζεται σε ένα εκλογικό σώμα που οι πεποιθήσεις του δεν θα αλλάξουν. Οι Αμερικανοί αυτοί, στην πλειοψηφία τους λευκοί χριστιανοί μεγάλης ηλικίας που ζουν στην ύπαιθρο, ανησυχούν κυρίως για την εξαφάνιση της λευκής ταυτότητας. Πιστεύουν ότι οι μετανάστες, η Αριστερά, οι νέοι, είναι έτοιμοι να κλέψουν τη χώρα τους. Και ο Τραμπ είναι ο προστάτης τους. Ένας άνθρωπος που τους καθησυχάζει και καταρρίπτει ορισμένα ταμπού. Αυτό το εκλογικό σώμα αποτελεί το 35-40% του συνόλου. Και επιπλέον γερνάει. Αλλά είναι αρκετό για να δώσει τη νίκη στον Τραμπ το 2020.

(*) Ο Τζορτζ Πάκερ είναι μυθιστοριογράφος, θεατρικός συγγραφέας και δημοσιογράφος του περιοδικού Atlantic

(Πηγή: συνέντευξη στη Monde) 

ΑΠΕ

Σχολιάστε

Η διευθυνση email σας ΔΕΝ θα δημοσιοποιηθεί(ενημερωθείτε για την πολιτική ανάρτησης σχολίων στο fouit.gr απο εδώ) *

*

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.