Να συλλαβίζεις τα όνειρα σου (του Στάθη Μασκαλίδη)

Πολύβουο θυμάμαι το ταξίδι, το λεωφορείο γεμάτο παιδιά, χρώματα και αντιθέσεις, ένα ουράνιο τόξο μέσα στην καταχνιά των ενηλίκων, στο μούχρωμα της καθημερινότητας τους. Τα χαμόγελα βγαίνανε με το σταγονόμετρο, είμαστε όλοι μαζεμένοι για το άγνωστο, που ερχόταν όμως πολλά υποσχόμενο.
Στα μάγουλα που ιριδίζουν μεταξύ της χλωμάδας και του άλικου χρώματος, σαν χάνεσαι μεταξύ συστολής και έξαψης, διαγραφόταν όλος ο εσωτερικός μας κόσμος. Φτάνουμε σε μια κατάφυτη περιοχή, περιφραγμένη με σύρματα και αμέτρητα πεύκα. Βλέπω μεγάλες σκηνές, στο χρώμα της καραμέλας, όλες τους στη σειρά, η μία μετά την άλλη, εκεί μέσα, σε μια τους, θα έβρισκαν καταφύγιο τα όνειρα μου τις επόμενες 21 μέρες. Η ομαδάρχης, μια κοπέλα λίγο μεγαλύτερη μας, μας υποδέχεται με τον καλύτερο τρόπο, κερδίζει αμέσως την εμπιστοσύνη μας. Τοποθετούμε τα πράγματα μας στη σκηνή και πιάνουμε από ένα κρεβάτι.
Συνειδητά επέλεξα να μην μείνω με παιδιά από το χωριό, θέλω να γνωρίσω νέο κόσμο. Μόνο με τον αδερφό μου μαζί. Σταθερή αξία! Στο διπλανό από το δικό μου κρεβάτι πιάνει θέση ένα παιδί από την Καστοριά, τον συμπάθησα από το λεωφορείο ακόμα, είναι ανοιχτόκαρδος, είμαι και εγώ, ταιριάζουμε πιστεύω. Ερχόμαστε κοντά από την αρχή της γνωριμίας μας ακόμα. Έχουμε πολλά κοινά ενδιαφέροντα, παίζουμε μπάλα στον ελεύθερο χρόνο και είμαστε πάντα στην ίδια ομάδα, εγώ είμαι συγκριτικά καλύτερος αλλά και αυτός δεν πάει πίσω, σπανίως φεύγουμε ηττημένοι από το χωμάτινο ταρτάν του γηπέδου, πληγωμένα μόνο τα γόνατα μας βγαίνουν από τη μάχη, ποτέ το ηθικό μας.
Με εξιτάρει η καινούργια αυτή ζωή, η κοινωνικοποίηση και το πνεύμα συνεργασίας που επιχειρείται να μας εμπεδωθεί από τους εκπαιδευτές. Μαθαίνουμε τις γενικές αρχές της καθαριότητας, στρώνουμε σε φάκελο τα σεντόνια από τα κρεβάτια μας, αερίζουμε την σκηνή, πλένουμε με απορρυπαντικά, τινάζουμε τις Κυριακές τα στρώματα και βγάζουμε έξω τα κρεβάτια για να κάνουμε φασίνα, μας ανατίθενται πρωτόγνωρα καθήκοντα και σιγά σιγά γινόμαστε υπεύθυνοι. Μεταξύ μας τα βαριέμαι όλα αυτά αλλά ακολουθώ το σύνολο. Η δουλειά είναι άλλωστε συλλογική και εγώ δεν θέλω να απογοητεύσω κανέναν. Ψιθυρίζουμε τη νύχτα μεταξύ μας, ακούω τα παιδιά που συλλαβίζουν τα όνειρα τους και κάνω και γω τα δικά μου. Στο σιωπητήριο μένω με τα μάτια ανοιχτά, να κοιτώ το φιδάκι για τα κουνούπια, ακούω και τον Τάκη που σιγομουρμουρίζει μια προσευχή, είναι το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι λίγο πριν κλειδώσω τις σκέψεις μου και τις καταλάβει ο Μορφέας. Μας ομαδοποιούν, δένομαι πολύ με τα παιδιά της σκηνής, δεν χρειάστηκε χρόνος πολύς ο συρφετός των ετερόκλητων ατόμων να αποκτήσει κοινά ενδιαφέροντα και θαυμαστή ομοιογένεια.
Αρχίζουμε να σκαρφιζόμαστε διάφορα για να μπούμε στο μάτι των άλλων. Στήνουμε καρτέρι και πετάμε κουκουνάρια στα παιδιά των διπλανών σκηνών, φυσικά η πρόκληση δεν μένει αναπάντητη, κι ενώ μαίνεται ο πόλεμος έρχονται οι ΄΄μεγάλοι΄΄ να επιβάλλουν την τάξη, ο σκοπός όμως επιτεύχθηκε, ταράξαμε τα λιμνάζοντα νερά. Ο seven up έχει την ιδέα να περάσουμε στην ζώνη των κοριτσιών, ποιος μπορεί να αντισταθεί στον πειρασμό; Όλοι μιλάνε για την Μαρία, είναι η πιο δυναμική, ξέρει να κάνει αισθητή την παρουσία της, είναι παροιμιώδης και η ομορφιά της… τα βλέμματα στρέφονται πάνω της. Εγώ, όμως, αλλού στοχεύω. Είναι εκείνο το κορίτσι το συνεσταλμένο, με το όνομα του μοσχομυριστού λουλουδιού, που ακόμα δεν έχει μπουμπουκιάσει αλλά εγώ το ξέρω πως από όλες η πιο όμορφη αυτή θα γενεί σαν ανθίσει. Έχω μάθει πως είναι ένα χρόνο πιο μικρή από μένα, τι πιο ωραίο; Αποσπώμαι από τα άλλα παιδιά και κατευθύνομαι προς τη δική της σκηνή, ακριβώς απέναντι από εκείνη της Μαρίας. Αυτή τη φορά δεν θα εκτοξεύσω κουκουνάρια, το ρεφρέν ενός τραγουδιού επιλέγω που έχει μέσα του το όνομα της, ελπίζω να λάβει το μήνυμα. Χαχανητά ακούγονται και η φωνή της ομαδάρχισσας της με επαναφέρει στην τάξη. Βάζω φτερά στα πόδια και γυρίζω στην δική μας τη σκηνή. Μετά από λίγο έρχονται και τα άλλα παιδιά. Ο ζεϊμπέκης παραπονιέται πως άσκοπα πήγαμε στα κορίτσια, τίποτα συνταρακτικό δεν συνέβη. Κι όμως για μένα δεν ισχύει αυτό. Βρήκα το θάρρος να εκφράσω, έστω και μ’ αυτόν τον τρόπο, τα συναισθήματα μου. Που χάθηκες; Με ρωτάει ο Τάκης, του λέω την αλήθεια, με κοιτάει παράξενα. Είναι και αυτός τσιμπημένος με την Μαρία. Ξημερώνει, πρωινό και μετά δραστηριότητες. Συντονισμός και τραγούδι κατά ομάδες. Ποιος θα φωνάξει πιο δυνατά και πιο ρυθμικά: Στο πάτωμα της λέσχης μας είναι ένας ψύλλος, μας αρέσει ο ψύλλος μας μα δεν είναι φίλος μας. Και μετά πάλι από την αρχή, αφαιρώντας κάθε φορά το τελευταίο γράμμα από τις λέξεις ψύλλος και φίλος, το απολαμβάνω. Κάτω από τον έναστρο ουρανό, συζητάμε για τα μελλούμενα.
Τι θέλεις να κάνεις όταν μεγαλώσεις; με ρωτάει ο Τάκης. Θέλω να μπορώ να ταξιδεύω, να ζήσω τη ζωή μου! απαντάω. Μα αυτό είναι το πιο εύκολο. Μην το λες Τάκη…μην το λες. Οι πευκοβελόνες μας τρυπούν τα χέρια, είμαστε ξαπλωμένοι στο στρώμα που σχηματίσαμε από πεσμένα κλαδιά, ενώ προλάβαμε να φτιάξουμε και μια αιώρα που την μοιραζόμαστε με την σειρά. Μαθαίνουμε τραγούδια που ποτέ δεν θα λησμονήσω. Μόνο να γράφεις τ’ όνομα σου κι εκείνο το ’μαθες μισό. Μα συλλαβίζεις τα όνειρα σου στο Άργος και, στο Άργος και στον Ιλισσό… Είχε την τέντα ξομπλιαστή η βάρκα του καμπούρη Αντρέα…κάτω στης μαργαρίτας το αλωνάκι…ο Τάκης μου μαθαίνει και ένα άλλο. Τίνος είναι ρε γυναίκα τα παιδιά. Και το τρίτο ήταν δικό μας, ρε… ήταν Έλληνας από την Καστοριά! φωνάζουμε και οι δύο με δύναμη και ξεκουφαίνουμε τον κόσμο.
Τρέχουμε να πάρουμε πρώτοι στη σειρά παγωτό, αργά το απόγευμα, και το τρώμε σε χρόνο ρεκόρ για να ξαναπάρουμε σειρά για ένα δεύτερο χωνάκι με κακάο, μέχρι που μας παίρνουν χαμπάρι και μπαίνουμε στη μαύρη λίστα. Είναι και κείνο το μελαμψό παιδί που διόλου δεν το ενοχλεί το μαυριδερό του δέρμα, κοίτα να δεις…και εγώ ντρεπόμουν σαν τα Καλοκαίρια ο ήλιος με ξερόψηνε και με πειράζανε τα άλλα παιδιά. Τότε ήταν που κατάλαβα πως είναι προσόν και όχι ελάττωμα το χρώμα του δέρματος μου, και άλλο δεν στεναχωρήθηκα ξανά για την χλεύη, ήξερα πως καμιά φορά αυτό που ζηλεύεις είναι αυτό που λοιδορείς. Στον διαγωνισμό του χορού μέρος δεν έπαιρνα, μόνο μου άρεσε να ακούω την μουσική.
Η καλύτερη μου ήταν η θεατρική παράσταση και τα σκετς που μας προσφέρανε οι ομαδάρχες και όλοι τα ενήλικα άτομα της κατασκήνωσης. Την Λόλα απ’ τη φωτιά ποιος θα την βγάλει; ο τσοκολάτας που ’χει δύναμη μεγάλη (από τη διαφήμιση του Carnation που πίναμε όλοι μετά μανίας)… και έβγαινε μια γεροδεμένη κοπέλα και βαστούσε στην αγκαλιά της έναν μικροκαμωμένο άντρα, τον γιατρό, που υποτίθεται ήταν ο τσοκολάτας. Και δώστου να γελάμε. Ένα παιχνίδι η ζωή μας! Εγώ επιδίδομαι σε μια νέα δραστηριότητα, αρχίζω να μαζεύω κόμικς, είμαι απίθανος στις διαπραγματεύσεις και τις ανταλλαγές. Στο τέλος θα φύγω με δυο γεμάτες σακούλες περιοδικά. Μπλεκ, Αγόρι, μικρό καου-μπόυ…γιατί το διαβάζεις αυτό, αφού δεν έχει εικόνες; Με ρωτάει γεμάτος περιέργεια, για τον μικρό καου-μπόυ ο Τάκης. Γιατί μπορώ (μέσα από το κείμενο) να φτιάξω τις δικές μου, του απαντώ αφοπλιστικά. Αρχίζει να διαβάζει και αυτός, γίνεται μάλιστα μανιώδης αναγνώστης. Στην μεσημεριανή σιέστα, όταν όλοι σχεδόν κοιμούνται, εμείς καταβροχθίζουμε σελίδες με τον Ελ ζαμπάτο, τον Τζιμ Άνταμς και φυσικά τον Μπλεκ.
Ένα βραδάκι έχει προγραμματιστεί μασκέ πάρτι. Ινδιάνοι, προτείνω να ντυθούμε. Μην είσαι ανόητος μου λέει ο φίλος μου. Όλα τα παιδιά ινδιάνοι και καουμπόηδες θα ντυθούν. Τότε τι άλλο; Κορίτσια! Θα ντυθούμε κορίτσια. Ξέχασε το Τάκη! Με τίποτα! Ρε, θέλεις να της κάνεις αίσθηση; Πως δεν θέλω; Ε τότε θα ντυθούμε κορίτσια. Με ενδοιασμούς ένα σωρό το κάνω. Από την πρώτη στιγμή πέφτουμε πάνω της. Είναι μαζί με μια φίλη της. Μια χαρά. Πως σας λένε κορίτσια; μας ρωτάει η φίλη της. Σούλα λέει ο Τάκης. Τον κοιτάω έντονα προβληματισμένος. Εσένα με ρωτάει με ενδιαφέρον η Μυρτιά. Χαμογελάω. Απόκριση δεν της δίνω. Χαμογελάει και κείνη. Αυτό ήταν. Χωρίζουμε με τον φίλο μου και το άλλο κορίτσι, την πιάνω δειλά από το χέρι, ενδίδει, πηγαίνουμε στις κούνιες. Ο χρόνος παραλύει, οι καρδιές χτυπάνε λίγο πιο δυνατά, τα άστρα παιχνιδιάρικα φεγγοβολούν, σ’ αυτό το πήγαινε έλα γνωρίζω τον έρωτα.
Τις επόμενες μέρες κάνουμε μπάνιο μαζί, ακουμπώντας τα χέρια στον πυθμένα, εκεί στην ακροθαλασσιά, γιατί δεν ξέρουμε καλό κολύμπι, αγκαλιαζόμαστε, συνήθως κατά λάθος (όχι πάντα), μου μαθαίνει να χορεύω τα παπάκια στο νερό και το σκα σου σου, τα σουξέ της εποχής, και εγώ της δείχνω πως να κάνει σχέδια στο χαρτί, της αφηγούμαι ιστορίες που την κάνουν να γελάει με την ψυχή της, της χαρίζω τα κόμικς μου που δεν τα δέχεται γιατί διαισθάνεται πως τα λατρεύω, αντιθέτως με βοηθάει να συγκεντρώσω και άλλα, ενώ μου χαρίζει και τα δικά της, μια μέρα πριν τελειώσει η κατασκηνωτική περίοδος μου χαρίζει και τα φιλιά της.
Ο Τάκης λίγο πριν φτάσουμε στην Καστοριά, με δάκρυα στα μάτια μου λέει: Φίλε να μην χαθούμε, ε; Χαμογέλασα. Ήξερα πως αυτή η φιλία τελείωνε κάπου εδώ. Ούτε εγώ μπορούσα να πηγαίνω στην Καστοριά, ούτε αυτός να έρχεται στο χωριό. Υ.Γ. Με τον Τάκη βρισκόμασταν κάπου κάπου. Ποτέ δεν μιλήσαμε για την περίοδο εκείνη, ξέραμε και οι δύο πως οι στιγμές ήταν μοναδικές, τις κρατούσαμε για τον εαυτό μας έτσι όπως τις ζήσαμε. Από αυτόν κράτησα πολλά πράγματα, εκείνο όμως που μου δίδαξε ήταν ένα. Αν θέλεις κάτι πάρα πολύ πήγαινε εσύ εκεί, μην περιμένεις να έρθει αυτό σε σένα. Και από τότε, όταν θέλω κάτι πολύ, αν αξίζει, παίζω πάντα επίθεση, ποτέ άμυνα! Κάποτε έμαθα πως αρρώστησε… πως έφυγε! Θεέ μου! τα λόγια του εκείνα και η άποψη μου που έμοιαζε προφητική…Τι θα γίνεις όταν μεγαλώσεις; Θέλω να μπορώ να ταξιδεύω, να ζήσω τη ζωή μου! Μα αυτό είναι το πιο εύκολο! Όχι φίλε, δεν είναι το πιο εύκολο, είναι το πιο όμορφο. Υ.Γ.2 Ζήσε την ζωή σου όπως εσύ γουστάρεις και λογαριασμό μην δίνεις σε κανένα. Είναι το μόνο πράγμα που σου ανήκει από την αρχή μέχρι το τέλος. Καλό σαββατοκύριακο!