Σκοτώνουν τα άλογα όταν γεράσουν; (του Νικόλα Μερτζανίδη)

Άνθρωποι που στύψανε στις παλάμες τους της ζωής τον

μόχθο…

Ίδρωσαν μες στην αγωνία του σήμερα…

Πολέμησαν στα σκοτάδια τους φόβους τους…

Πάλεψαν και τσακίστηκαν να κυνηγήσουν στις κακοτοπιές,

τα όνειρά τους.

Όρθωσαν το ανάστημά τους μπροστά σε ανήμερα θεριά

που κατοικούν εντός…

Τρέξανε να συναντήσουν την αποκοτιά…

Τραγούδησαν με κέφι την χαρά.

Χόρεψαν τον ρυθμό της καρδιάς τους…

Μέθυσαν απ την έπαρση της νιότης και

βυθιστήκαν στην λαχτάρα τους ν αλλάξουν την ζωή.

Άνθρωποι που πατούσαν εδώ και βρισκόντουσαν πέρα…

Κλάψανε, γελάσανε με τα γυρίσματα του καιρού…

Άνθρωποι απλοί, καθημερινοί, φιλήσυχοι.

Συνεσταλμένοι, φωνακλάδες…

Σκληροί στην επιβίωση κι ανυπόμονοι…

Με πείσμα, επιμονή και μάτια καθαρά να κοιτούν απέναντί

τους.

Ανοίξανε σιγά-σιγά, μέρα την μέρα ένα

μακρύ, ανηφορικό, ακανθώδες φορές μονοπάτι,

ιχνηλατώντας ανεξερεύνητα πεδία…

Να βρεθούν θελήσανε ψηλά…

Κι ατενίζοντας πίσω ν αναμετρήσουν τις δυνάμεις τους.

Τώρα τούτοι οι άνθρωποι,

με το βάρος του φορτίου που απιθώσανε στις πλάτες τους,

ανήμποροι, σαν μετρούν τις παλιές στιγμές που έχουν χαθεί,

αναζητούν να επαναφέρουν την ζωντάνια.

Αδυνατούν να δεχτούν ότι όλα υπόκεινται στο νόμο της

φθοράς…

Και πιο πολύ το σώμα.

Μένουν πίσω που τόσο καλά θυμούνται…

Ωραίες θύμησες μιας άγριας διαπάλης, παλλόμενης ψυχής.

Τώρα αυτό που απομένει είναι η απεριόριστη υπομονή.

Εγκατάλειψη, το αίσθημα του ανίσχυρου.

Και απαντοχή.

Ξεδοντιασμένο στόμα και γλώσσα που γλείφει τα χείλη για να

δροσιστεί.

Πόδια που σέρνουν τις παντόφλες και χέρια που τρέμουν,

να κρατήσουν και να κρατηθούν.

Γερμένες πλάτες κι ασθμαίνουσες αναπνοές.

Τα χαπάκια που περιμένουν στον πάγκο ζυγισμένα.

Μετρημένα, τακτοποιημένα για να τα δεχτείς ως αντίδωρο…

Το πιεσόμετρο, οι πάνες της ακράτειας.

Οι γιατροί, τα νοσοκομεία.

Και η θλίψη στα μάτια που είναι μονίμως πια η συντροφιά

τους.

Τώρα εναγωνίως χτυπά αντίστροφα ο χρόνος…

Έχει μια ιεροτελεστία στον ρυθμό του…

Αργά, νωχελικά, κάποτε επώδυνα,

διώχνει τα λεπτά που δεν περνούν καθόλου εύκολα.

Μακρόσυρτα ακούγεται ο ρόγχος του θανάτου…

Αναδύεται όταν το χώμα δέχεται το νεκροκρέββατο.

Νεκροπομπή και προετοιμασία για να εισέλθεις

στον χώρο της μετάβασης.

Εκεί μέσα ακουμπήσανε ελαφρά την ψυχή

ώσπου να συναντήσουν τον μύθο τους.

νικόλας μερτζανίδης