Μια όμορφη συνάντηση στους δρόμους της Καστοριάς (του Στάθη Μασκαλίδη)


Βρυχάται η μηχανή από το καινούργιο μου τρακτέρ. Ακόρεστη έχει όρεξη να κουρσέψει, σε πελάγη καταπράσινα (και κατακίτρινα άμα θες), των χορταριών το παραγινωμένο θράσος. Φυσούν γλυκούς σκοπούς της μουσικής οι εύηχοι ήχοι, μέσα από τα ακουστικά, γιατί επέλεξα το βουητό το μονοδιάστατο, που ποτέ δεν θα το αντέξω, να το αποβάλλω, και να μην του επιτρέψω να σφυρίζει άσχημα μέσα στο κεφάλι και να δεσμεύει το πνεύμα μου, που ελεύθερο το θέλω να σεργιανάει σε νοερά ταξίδια. Κινούμε σε δρόμους κατάκοπους, ρυτιδιασμένους από τα ανελέητα χτυπήματα του χρόνου, ανήμπορους να υπομείνουν, τώρα στα ΄΄γεράματα΄΄, των τροχών το ασήκωτο βάρος. Έχω ακόμα στην μύτη μου την οσμή από το αρωματικό φυτό που κόπηκε στων μαχαιριών το μένος, προσπαθώ να διατηρήσω την ευχάριστη αίσθηση που μου άφησε όσο γίνεται περισσότερο. Περνάω το κοντοκουρεμένο, τώρα πια γήπεδο, την μικρή αλάνα, φτάνω μπροστά από μια στάση. Είμαι στις εργατικές κατοικίες. Στο μεταλλικό κάθισμα, μόλις, παρατηρώ μια άγνωστη σε μας γυναίκα, μεγάλη στα χρόνια αλλά ακμαία ακόμα. Στο απλωμένο χέρι της δυο γάτες τριγυρίζουν, είμαι σίγουρος και πως θα γουργουρίζουν. Τρίβονται στα πόδια της και από αγάπη είναι ολοφάνερο πως έχουν κατακλυστεί. Βλέπω στα μάτια της την άδολη στοργή, αυτήν που τόσο ανάγκη έχουμε στις μέρες μας.
Καλημέρα! Της λέμε,
Kαλημέρα! Απαντάει.
Δικές σου είναι οι γάτες; Ρωτάω.
Όχι, παιδί μου! Αδέσποτη ήταν η μεγάλη και την βρήκα στην αυλή του σπιτιού μου. Την λυπήθηκα και της έδωσα λίγο φαγητό. Το ίδιο κι την άλλη μέρα και ξανά και ξανά. Τι να την κάνω την καημένη, να την αφήσω νηστική; Να και η μικρή, κόρη της είναι. Όπου πάω από πίσω με παίρνουν.
Σαν τα σκυλιά, λέω και χαμογελάω.
Ποια σκυλιά, αυτές πολύ καλύτερες είναι. Ακόμα και στο σούπερ μάρκετ που πάω έρχονται μαζί μου. Τόσο πολύ με αγαπάνε.
Δεν χρειάζεται να μου το πει, το βλέπω με τα ίδια μου τα μάτια. Δεν σταμάτησαν στιγμή να χαϊδεύονται πάνω της, και είμαι σίγουρος πως αν δεν βρισκόμασταν εκεί κοντά, θα τις κανάκευε με λόγια τρυφερά.
Είναι όμως ώρα να φύγουμε, έχουμε μια δουλειά να τελειώσουμε και είμαστε τόσο λίγοι… Βάζω μπροστά την μηχανή, πριν ξεκινήσω στρέφομαι προς το μέρος της.
Ξέρεις κάτι, αυτές οι γάτες δεν είναι δικές σου αλλά δικές σου είναι!!
Ναι, μου απαντάει. Δεν είναι δικές μου αλλά δικές μου είναι! Μου έφτιαξες τη μέρα. Μην σου πω και την βδομάδα!!
Υ.Γ. Ξέχασα μονάχα να της πω πως πριν διαλέξει η γυναίκα τη γάτα, η γάτα διάλεξε την γυναίκα, γιατί έτσι γίνεται μ’ αυτά τα πανέξυπνα ζώα.