Ένα πολύ σουηδικό είδος αποτυχίας

του Γκίντεον Ράχμαν (*)

Υπάρχει κάτι το μακάβριο στον τρόπο με τον οποίο ο υπόλοιπος κόσμος παρακολουθεί την εμπειρία της Σουηδίας με τον κορονοϊό.

Η άρνηση της κυβέρνησης να επιβάλει ένα «σκληρό» λοκντάουν επιδοκιμάστηκε από τους δεξιούς λαϊκιστές σε όλο τον κόσμο. Η φιλελεύθερη Αριστερά, πάλι, σχεδόν περιμένει να ακούσει ότι το πείραμα οδήγησε σε καταστροφή και απελπισία.

Η πραγματική κατάσταση στη Σουηδία αρνείται βέβαια να προσαρμοστεί στις ιδεολογικές προκαταλήψεις του υπόλοιπου κόσμου. Οι απαισιόδοξοι φαίνεται να κερδίζουν το ντιμπέιτ. Αλλά το μοντέλο διαχείρισης της πανδημίας δεν έχει μεγάλη σχέση με τον φιλελευθερισμό ή τον λαϊκισμό. Μοιάζει αντίθετα με ένα πολύ σουηδικό είδος αποτυχίας, καθώς συνδέεται με την υπερβολική εμπιστοσύνη μιας χώρας με αριστερό πρόσημο προς τις επιστημονικές της γνώσεις και τη γραφειοκρατική της ελίτ.

Η Στοκχόλμη δεν αγνόησε τον Covid-19. Μέτρα ελήφθησαν, αποστάσεις τηρήθηκαν, πολλοί επέλεξαν να δουλέψουν από το σπίτι. Η κυβέρνηση αρκέστηκε όμως κυρίως σε συστάσεις. Τα σχολεία, τα καταστήματα, τα εστιατόρια και τα γυμναστήρια παρέμειναν ανοιχτά. Ο στόχος ήταν να συνεχίσουν να λειτουργούν η κοινωνία και η οικονομία, χωρίς να υπερφορτώνεται το σύστημα υγείας, ώστε να αποκτηθεί γρήγορα η «ανοσία της αγέλης».

Από κάποιες απόψεις, η Σουηδία αποκόμισε κέρδη από αυτή τη χαλαρή προσέγγιση. Τα παιδιά δεν επλήγησαν από τις συνέπειες του κλεισίματος των σχολείων. Η οικονομία όμως, που στηρίζεται στις εξαγωγές, δεν τη γλύτωσε. Και ο απολογισμός των θανάτων είναι δυσανάλογα υψηλός σε σχέση με τους γείτονες. Ο αριθμός των θανάτων κατά κεφαλή είναι σχεδόν δεκαπλάσιος σε σχέση με αυτόν της Νορβηγίας. Υπήρξαν μέρες που ο αριθμός αυτός ήταν ο υψηλότερος στον κόσμο.

Είναι αλήθεια ότι η θνησιμότητα της Σουηδίας παραμένει χαμηλότερη σε σχέση με άλλες χώρες που εφάρμοσαν πιο αυστηρά λοκντάουν – όπως η Βρετανία. Δεν υπάρχουν όμως ενδείξεις ότι η χώρα «επιπέδωσε» την καμπύλη της μόλυνσης. Και η ενόχληση της κυβέρνησης είναι μεγάλη όταν βλέπει τους γείτονές της να ανοίγουν τα σύνορά τους μεταξύ τους, αλλά όχι και προς τη Σουηδία.

Όπως είναι φυσικό, η κριτική προς τους χειρισμούς της κυβέρνησης αρχίζει να μεγαλώνει. Μια γνωστή ιολόγος, η Λένα Αϊνχορν, χαρακτήρισε την πολιτική της χώρας της παρανοϊκή. «Η άποψή μου για μια καθαρή, υγιή Σουηδία τίθεται πλέον υπό αμφισβήτηση», είπε σε ένα πρόσφατο σεμινάριο που οργάνωσε το Κέντρο Γεωπολιτικής του Κέιμπριτζ.

Η κ. Αϊνχορν φοβάται ότι αυτοί που θα κερδίσουν από την αποτυχία αυτή είναι οι ακροδεξιοί «Δημοκράτες». Και αυτό δείχνει πόσο δύσκολο είναι να ενταχθεί η ιστορία της Σουηδίας σε ένα παγκόσμιο αφήγημα που αντιπαραβάλλει τους ανεύθυνους δεξιούς λαϊκιστές με τις υπεύθυνες κεντρώες κυβερνήσεις που ακολουθούν την επιστήμη. Ο πρωθυπουργός Στέφαν Λέβεν είναι σοσιαλδημοκράτης. Και η πολιτική που ακολουθήθηκε υπαγορεύτηκε από επιστήμονες και τεχνοκράτες, με επικεφαλής τον επιδημιολόγο Αντερς Τέγκνελ.

Παραδόξως, φαίνεται ότι η επιτυχία της Σουηδίας ως έθνους είναι εκείνη που οδήγησε στην αποτυχία της απέναντι στην πανδημία. Η εικόνα που έχει ως μιας έλλογης και σύγχρονης χώρας την οδήγησε να μην ακολουθήσει τη διεθνή συναίνεση. Οι πολιτικοί και οι επιστήμονες προτίμησαν να εμπιστευθούν την κρίση τους. Αλλά η αυτοπεποίθηση της Σουηδίας έδωσε τη θέση της σε μια αλαζονεία για την υποτιθέμενη ανωτερότητά της.

Ο καθηγητής πολιτικής Νικόλας Αϊλοτ κάνει έναν παραλληλισμό ανάμεσα στην πολιτική της Σουηδίας απέναντι στην πανδημία και τη διαχείριση της προσφυγικής κρίσης το 2015. Και στις δύο περιπτώσεις, η χώρα στάθηκε μακριά από το «πλήθος». Και στις δύο περιπτώσεις, η σουηδική εξαίρεση δεν λειτούργησε πολύ καλά.

Για ένα μεγάλο διάστημα, η Σουηδία πρόσφερε αυτομάτως άσυλο σε όλους τους Σύρους – μια πολιτική πιο φιλελεύθερη ακόμη κι από της Γερμανίας. Η ειρωνεία είναι ότι αυτή η πολιτική έτυχε περιφρόνησης από τους ίδιους αμερικανούς δεξιούς που την εξαίρουν τώρα για τη στάση της απέναντι στην πανδημία. Η διαφορετική προσφυγική της πολιτική ήταν αρχικά πηγή εθνικής υπερηφάνειας. Αλλά κάποια στιγμή η κυβέρνηση αναγνώρισε ότι δεν μπορούσε να τη συνεχίσει και την εγκατέλειψε.

Κάτι ανάλογο μοιάζει να συμβαίνει τώρα με τον κορονοϊό. Οπως λέει ο δρ. Αϊλοτ, “στη Σουηδία υπάρχει συχνά μια εθνική συναίνεση για ένα μεγάλο διάστημα, και ξαφνικά πέφτει ένα τούβλο από τον τοίχο και όλα αλλάζουν”.

Με τον Covid-19, όπως και με τους πρόσφυγες, δεν υπήρχε κάτι κακόβουλο στην απόφαση της Σουηδίας να ακολουθήσει τον δρόμο της. Η αποτυχία της – αν πρόκειται περί αυτού – θα πρέπει να μας προκαλεί θλίψη, όχι χαιρεκακία.

(*) Ο Γκίντεον Ράχμαν είναι αρθρογράφος των Financial Times

 Financial Times, ΑΠΕ

κοινοποίηση

shares