7 Αυγούστου 1903: Ο Ίων Δραγούμης στο Βογατσικό


Της 7 Αυγούστου πήγα στο Μπογατσικό. Οι άνθρωποι εκεί είναι αφημένοι χωρίς προστασία, χωρίς φωτισμό, χωρίς ενθάρρυνση. Ο Ζήσης λέγει να στέλνονται ταχτικά τα ‘Πάτρια’ και άλλες εφημερίδες.
Γύρω στο Μπογατσικό στα ξεροβούνια που το φυλάγουν είναι 11 εκκλησίες (πολιούχοι), 11 άγιοι και άγιες φυλάγουν το χωριό από τους βαρβάρους ο Άγιος Θωμάς, Άγιος Γεώργιος, Άγιος Αθανάσιος, Προφήτης Ηλίας, Άγιος Ιωάννης, Άγιος Νικόλαος, Άγιος Κωνσταντίνος, η Παναγιά στ’ αμπέλια και η Παναγιά στο Σάντοβο, ο Άγιος Θεόδωρος και ο Άγιος Δημήτριος.
Πήγα στον Άγιο Νικόλαο και στον Άγιο Κωνσταντίνο. Ο Άγιος Νικόλαος είναι χτισμένος στα 1753. Από τον Μπομπούστη ένας παπάς του Μπογατσικού, που λειτουργούσε εκεί, έφερε ένα θυμιατήρι και βρίσκεται τώρα στην εκκλησία αυτή. Ο παπάς λέγουνταν Παπαζαμπούνης.
Σ’ αυτές τις εκκλησίες πηγαίνουν οι γυναίκες και ανάβουν τις καντήλες, δηλαδή δεν τις αφήνουν να σβήσουν, ποτέ.
Στο Μπογατσικό δεν είναι Τούρκοι.
Ήλθαν πολλοί πολλοί να με δούν’ και εγώ πήγα σε πολλά σπίτια, στα σπίτια όλων όσοι ήλθαν. Σ’ ένα σπίτι ήταν με μολύβι ζωγραφισμένοι από κανέναν παλιόν καιρό και κρεμασμένοι στον τοίχο σ’ ένα κάδρο μέσα ο Αριστοτέλης, ο Ξενοκράτης, ο Πιττακός, ο εξ Ιωαννίνων Μεθόδιος (μητροπολίτης) και ο Πλάτων. Είχε κάποια σκληρή τέχνη ο ζωγράφος, φαίνεται πως αντέγραφε με πολλήν ευσυνειδησία, μα είχε και δύναμη δική του. Οι Μπογατσιώτες είναι τεχνίτες, ζωγράφοι και τα γράμματα τους αρέσουν. Πολλοί πηγαίνουν στην Πόλη. Έτσι και ο προπάππος μου είχε φύγει από κει 12 χρονών και πήγε στην Πόλη και κει αργότερα έγινε δάσκαλος.
Ο αδελφός του Παπαϊάννης έμεινε στην πατρίδα και πρόκοψε στα γράμματα.
Μέσα στο χωριό εκκλησίες είναι (όπου εκκλησιάζονται οι άνθρωποι και τώρα) δυο μόνο, ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος και κοντά το παρεκκλήσι του Νικάνορος – και η εκκλησία των Αγίων Αποστόλων, των 12 Αποστόλων (καθολική) που έχει κοντά τα παρεκκλήσια της Αγίας Παρασκευής και του Αγίου Χαραλάμπους.
Το σπίτι του προπάππου μου, δηλαδή του πατέρα του προπάππου μου είναι ή το σπίτι του Σουμάλαινας (αδελφής του προπάππου μου) ή εκείνο που κάθονται τώρα ο Νικόλαος Δραγόμας και η οικογένειά του. Μια κάμαρα μάλιστα με την έδειξαν και είπαν πώς έμεινε αυτή όπως ήταν τον παλιόν καιρό. Τις άλλες τις έχουν διορθώσει. Εδώ γεννήθηκε ο Μάρκος Δραγούμης; Πόσα χρόνια πέρασαν και πόσα έκαμε και είδε και υπέφερε το γένος και η Ελλάς.
Συνοικία Νταγουμάδικα, Δραγουμάδικα, Δραγουμέικα.
Ο Παπαϊωάννης Δραγούμης ήταν παπάς πολύ εγγράματος. Βρίσκονται γράμματα δικά του.
Από το Βογατσικό οι τρεις οικογένειες του Θωμά Γαλιλαία, του Γκολουμπία και του Δραγούμα ήταν μέλη της Φιλικής Εταιρίας. Η Τουρκία είχε παραχωρήσει στις τρεις αυτές οικογένειες τους τίτλους Βοεβόδα, και ήταν οι πρόκριτοι του χωριού.
Ο Ιωάννης πατέρας του Αθανάση και της Μαλαματής έχει εν αμπέλι σ’ ένα μέρος που λέγεται Λαζνιά.
Μ’ αρέσει ένας Παπαδημήτρης παπάς του Βογατσικού.
Μ’ άρεσε μια θέα’ το βασίλεμα παλιό σαν και μένα’ και σύννεφα στον ουρανό μερικά και φως καθάριο πίσω, μεταλλικό’ και η χώρα ήταν ανοιχτή μπροστά μου’ κοίταζα στην Ήπειρο και στην Αλβανία’ τα Γρεβενά κάτω θα ήταν εκεί. Ο κατήφορος κατέβαινε στο ποτάμι, τον Αλιάκμονα.
Από τη Σιάτιστα με τ’ άλογο ζύγωνα στο Βογατσικό, ήταν δειλινό και βασίλευεν ο ήλιος. Μήνας Αύγουστος του 1903. Ανέβαινε ο δρόμος. Αφού περάσαμε το ποτάμι, το Σάντοβο που είναι οι μύλοι, ανεβήκαμε έναν ανήφορο και γυρίσαμε ένα βουνό και ακόμη ανεβαίναμε ως το Βογατσικό. Έβλεπα τα παλιούρια, τις πέτρες και τα μισοξεραμένα χορτάρια και το χώμα. Εδώ έτρεχαν και έπαιζαν λιθάρι οι πρόγονοί μου. Αυτό το χώμα πατούσαν, και δεν ήξεραν άλλον τόπο ούτε έβλεπαν άλλα βουνά από αυτά που βλέπω γύρω. Και ο Αλιάκμων πάντα περνούσε εδώ κοντά όπως τώρα… Εγώ είμαι, ή οι πρόγονοί μου; Πού είμαι; 150 χρόνια πίσω. Έτρεχαν τ’ άλογά μας γρήγορα και φτάσαμε στο χωριό. Πήγαμε στα Δραγουμάδικα στο σπίτι του Γιάννη Δραγούμη. Στην αυλή είναι κληματαριές. Η κάμαρα που μ’ έβαλαν μέσα είναι χαμηλή. Η Μαλαματή με φίλησε και οι άλλες συγγένισές μου. Αφού έφυγαν οι πολλοί που ήλθαν να με ιδούν ήλθεν η Μαλαματή με τα παιδιά της (τη μια τη λεν Αγνή) και κάθισε κοντά μου, μιλήσαμε, ώ άγνωστοι συγγενείς. Οι γριές γυναίκες οι Μπογατσιώτισσες αφίνουν ξέπλεκα από τις δυο τις μεριές τα μαλλιά τους σαν αφέλειες στα πλάγια (γιατί δεν είναι πολύ μακριά). Φορούν τα παλιά τους ρούχα (μαβύ ύφασμα στερεό) με μέση. Το ίδιο είδος φορέματα φορούν και στο Κωσταράζι και στη Λόσνιτσα.
… Θυμούμαι λέξεις που με είπαν εκεί. Πιαλτός (=τρέξιμο. Τον περνάω στον πιαλτό). Πορεύω (=περνώ. Πώς πόρεψες); Κλώθει ο δρόμος.
Ήμουν κουρασμένος το βράδυ στου Ζήση και καθώς μιλούσε ο Γρέζος εγώ πλάγιασα στο χώμα και ακούμπησα το κεφάλι μου σ΄ένα ψήλωμα.
Όταν έφευγα από το Μπογατσικό σήμερα το πρωί ήλθαν και με αποχαιρέτησαν όλοι οι Μπογατσιώτες και δεν είχα διάθεση και τους έλεγα να μη πάγουν παρα πέρα και αυτοί όλο και ήρχουνταν. Τη στιγμή που μ΄αποχαιρέτησαν επέμεναν να πάρω μια ομπρέλα να μη με κάψη ο ήλιος.

Από Πόλυ Μπλιαγκα