Έτσι αγάπησα την ποίηση του κύριου Ντίνου Χριστιανόπουλου (του Κώστα Λάκη)

1981, είμαι δεκαέξι χρονών.
Απο τον ηλεκτρικό Σταθμό του Πειραιά ανεβαίνω σχεδόν κάθε Σάββατο βράδυ στην Αθήνα.
Δεν είχα φίλους στην εφηβεία μου.
Μοναχικά περνούσα με το ουόκμαν κολλημένο στα αυτιά να ακούω μελαγχολικές μουσικές.
Ανάμεσα στο σταθμό του Πειραιά και το σταθμό του Φαλήρου, στη δεξιά μεριά ανεβαίνοντας υπήρχε μια γέφυρα ορατή απο τους επιβάτες του τραίνου.
Στα κόκκινα τούβλα επάνω γραμμένη μια φράση που την διάβαζα λαίμαργα.
Στα κόκκινα τούβλα επάνω γραμμένη μια φράση που ένοιωθα πως ήμουνα εγώ.
Πέρασαν χρόνια, σταμάτησα να ανεβαίνω με τον ηλεκτρικό.
Η φράση όμως πάντα καρφωμένη στο μυαλό μου.
Η φράση συνοδεία της ζωής μου σε δύσκολες στιγμές, μοναχικές.
Μια ημέρα ένα βιβλίο μικρό έφτασε στα χέρια μου.
Σε μια σελίδα του βρίσκονταν τυπωμένη η φράση, εκείνη η φράση, η ίδια φράση, η γραμμένη στο τοίχο της γέφυρας, στον τοίχο της γέφυρας με τα κόκκινα τούβλα.

Την διάβασα, την ξαναδιάβασα κι είχα την ίδια αίσθηση της πρώτης φοράς.
Ωραία αίσθηση γεμάτη από εφηβική αναστάτωση.
Έτσι αγάπησα την ποίηση του κύριου Ντίνου Χριστιανόπουλου.
Κι η φράση αυτή ένα μικρό στιχάκι από ένα ποίημά του:

…μπατιρημένο κορμὶ
Σάββατο βράδυ
χωρὶς ἔρωτα.

Καλό βράδυ κύριε Ντίνο, ευχαριστώ.