ΚαστοριάΠαλαιά Καστοριά

Καστοριανές λεξικολογικές επισημάνσεις

Χρήσεις τοπικών (καστοριανών) λέξεων από το συγγραφικό έργο τού Παναγιώτη Παπαναούμ, ήτοι
1) Ενιαύσιος περίοδος του ναπολεοντείου βίου σε μετάφραση από τα γαλλικά (1846),
2)Διάλογος δύο φίλων περί των Κοινών της Ελλάδος και των Γενικών της Ευρώπης Πραγμάτων (1851),
3)το Αδαμάντινον Δακτυλίδιον (1856), 4) Αυτοβιογραφία (1871).
Ανεμογάλη, κατά το ανεμοζάλη = γενική απεργία.
Αντιβίζιτα =Απόδοση επίσκεψης. ..δεν εκατεδέχθη να μοί κάμη αντιβίζιταν.
Αποζερήν= Βορειοανατολικά
Αποφώλια (από +φυλή, από άλλη φυλή δηλ. ξένος με μειωτική σημασία.

Αρρωστά αντί αρρωσταίνει. Το αληθές είναι, ότιι αρρωστά το νερό της λίμνης…

Βούζια =τα υπερβολικά καρφιτσωμένα σε ενδύματα ή φερόμενα  διακοσμητικά αντικείμενα.

Γεννήματα = το σιτάρι και η σίκαλη.
Γεννησούδια αντί γεννητούρια.
Γκουστιάνκα = Είδος μαύρης χήνας που ενδημούσε στη λίμνη της Καστοριάς κατά σμήνη με ιδιαίτερες πτητικές ικανότητες ακατάλληλη προς βρώσιν.

Δεκαριτζιόνες = ευτελή πράγματα, όσην αξίαν είχαν οι δεκάρες.
Δολτζινήν= μεσημβρινή δηλ. νοτιοδυτικά.
Εδική μου, αντί ιδική μου.
Στις 20 Μαΐου 1682 μ΄ένα γράμμα προς τους συμπολίτες τους οι καστοριανοί της Πόλης υπόσχονται να συντρέξουν τη γενέτειρά τους στην καταπολέμηση της αμάθειας: «Επειδή και όσα καλά εις τους ανθρώπους ευρίσκονται, η σοφία τα επενόησεν και τα ευρήκεν. Είναι λοιπόν μεγάλη μας αγνωσία οπού οι μεν άλλοι άνθρωποι και ξένοι να ποτίζονται από την πηγήν της πατρίδος μας και η εδική μας πατρίς να μένη διψασμένη και σκοτισμένη από την σκότωσιν της αμαθείας και από την δίψαν των μαθημάτων. Εσυμφωνήσαμεν λοιπόν και ημείς να σταθούμεν όλοι κοινώς με όλην μας την προθυμίαν να καταστήσωμεν και εις την εδικήν μας το λαμπρότατον τούτον και πολυωφελέστατον φως των γραμμάτων».
-Θέλετε ηξεύρει λοιπόν, Μακρυγιάννη, ότι η περιφρόνησις των συμπατριωτών μου θεωρείται ως εδική μου περιφρόνησις.
Έδωκαν αντί έδωσαν, όπως έπιακαν αντί έπιασαν και αφήκαν (αρχαιοπρεπές) αντί άφησαν, χωρίς χρήση αορίστου.
Εθίματα, επωνύματα, αρραβωνίσματα, βουτύρατα, δοσίματα, θελήματα, φερσίματα,  κατά το αλληγορήματα, ανδραγαθήματα, δημιουργήματα, γεωργήματα, διανοήματα, ενθυμήματα, τειχίσματα, …. που δεν έχουν κατάληξη -μα στον ενικό αριθμό, όπως αγήματα, αδικήματα.
Ελάλει = ομιλούσε, εκφωνούσε, συνδιαλέγονταν.
Ζεματάω (Παράβαλε και σήμερα: ζεματιστήκαμε, με ζεμάτισαν τα λόγια του, ζεματίστηκε το καϋμένο που το ξεγέλασαν, τους ζεμάτισε η αλήθεια από το ελνστ < ζέμα του ρ. ζέω= βράζω.
Ήμουστουν αντί ήμασταν.
Ήφερες με χρονική αύξηση αντί έφερες.
Κατόπιν=Ακολουθώ κατά πόδας.
Κλόνος με όμικρον =λίκνισμα μσν κλονίζω < από το αρχ <.κλονώ.
Σε κοτάει (τριτοπρόσωπον) = τολμάς! διακινδυνεύεις! από το αρχ.  κότος= κύβος. « Αν σας κοτάει ζητήστε ευθύνες, κερατάδες!»  Το αρμένισμα, Μένης Κουμανταρέας.
Κέλετρον από το ρ. κηλέω-ώ= θέλγω, γοητεύω, ξελογιάζω. Πάντως ο Παπαπαναούμ δεν έχει αμφιβολίες για την ταύτιση: «Εγεννήθην εν Καστορία πάλαι Κέλετρον καλουμένην».
Κοτζάμ από το τουρκ. Koca-m = τόσο μεγάλο.
Κουμπές από το τουρκ. Kubbe= θόλος, τρούλος, από το οποίον και Κουμπελίδικη.
Μέγγενη  από το ελνστ  μάγγαννον = δοκός τροχαλίας πηγαδιών.
Μετζλίσι = συμβούλιο.
Μιντέρι= είδος χαμηλού καναπέ, τουρκ. minder
Νοματαίοι μσν < μτγν ονόματα = άτομα, πρόσωπα. Ήμασταν σαράντα νοματαίοι – οι δεκάξι νομάτοι που τραβούν την τράτα (Οδ. Ελύτης). Έξι νομάτοι στη σειρά κι ο Χρήστος με τον ταμπουρά.. Λευτέρης Παπαδόπουλος.
Ογλήγορα { Το ασύγγνωστον εκείνο αμάρτημα –έλλειψη φρόνησης- αργά είτε ογλήγορα θα επιφέρη αναντιρρήτως την εξάλειψιν της οθωμανικής φυλής από του καταλόγου των εθνών}.
Οσπήτια μσν {Τα οσπήτια των Αθηνών, τα οποία εις διάστημα ολίγου καιρού έγιναν, κατασκευάσθησαν ουχί μόνον με βιασύνη και άκραν οικονομίαν, με λάσπες και ξύλα και με ασβέστην ασπρισμένα, αλλά και αισχοκέρδιαν χωρίς να σκεφθούν, ότι μήτε πέντε χρόνους δεν θέλουν διατηρηθή διότι τα τειχία τους μόλις πέντε δακτύλων χόντρος έχουν. Σπήτια κτισμένα άνευ αρχιτεκτονικής και άνευ αρμοδίας διαιρέσεως από τεχνίτες αμαθείς και των κανόνων της τέχνης εστερημένοι.}
 Οφφικάλιος = αξιωματούχος από το λατινικό ufficiale.
 Παλιούρες = παρήλικες γυναίκες.
 Πεμπιλώνω = φυσώ αθόρυβα την μύτη μου στο μαντήλι.
Πόστα =ταχυδρομείο.
 Πεπερούνα ή ντουντουλές = χλωροένδυτος νέος, το κατεξοχήν κύριο δρώμενο πρόσωπο για την ευκταία λήξη της περιόδου ανομβρίας.
Προσώπια = πετσέτες
Ρετζάλια= πλήθος ατάκτων.
Σαρμάδες από το αρχαιοελληνικό σάρμα= μεταπλασμένο, ώσπερ σάρμα εική► (ασχεδίαστα, στα κουτουρού) κεχυμένων ο κάλλιστος, από αποσπάσματα (Fragmenta) του Ηρακλείτου, που επαναλαμβάνει και ο Θεόφραστος. Στον Όμηρο αναφέρεται η φράση ερυσάρματοι ίπποι δηλ. άριστα προσαρμοσμένοι.
 Σεντούκι από το σέντια εκ του λατινικού sedeo= κάθομαι, γιατί μετακινούνταν με τα χέρια και εχρησιμοποιείτο επιπλέον ως κάθισμα.
Στράνια= στρωσίδια.
Σιγκούνι το λατινικό segmentum= κοντό εξωτερικό ρούχο.
Συγκαιριανός.
« Συγχωρεμένη » η ευλογιά κατ΄ευφημισμόν δηλ. δεν υπάρχει πια, έχει πεθάνει.
Συνοδίται= συνοδοιπόροι.
Σφαλνά αντί ασφαλίζει.
Τεζιάκι από του τουρκ. tezgah= το τραπέζι που εργάζεται ο γουνοποιός.
Τζαλαπατώ αντί τσαλαπατώ.
Τζιρομονιές ή τζερεμονιές { < βεν. gironzolare = περιστρέφομαι> κόλπα, καμώματα, νάζια.
Τζιτζυφιά από το μσν ζιζυφέα, δένδρο που αφθονεί στην Καστοριά.
Τι θ΄εν = Τι θέλουν
Τσιτάτα= απόσπασμα από το έργο συγγραφέα ή άλλης γνωστής προσωπικότητας, που το αναφέρει κάποιος για στηρίξει τις απόψεις του, συνήθως ειρωνικά ή επικριτικά – τι τσιτάτα είναι αυτά-γερμ.Zitar.
Τσοκανίζω από το τύκη και το μσν. τυκάνη =εργαλείο λιθοξόου= Χτυπώ, κρούω, γνωστή και σήμερα η φράση θα σε τσοκανίσω και από τσοκάνισα (χτύπησα) γριβάδι η λέξη τσουκάνι.
Τράχωμα* = προίκα σε μετρητά από το μσν ρήμα τραχώνω= προικίζω με τραχύ, δηλ. ασημένιο νόμισμα.
Φατούρα = Είδος υποεργολαβίας από το ιταλ. Faturra = τιμολόγιο.
Φθιασμένη αντί φτιαγμένη.
Ψένω μσν αντί ψήνω κατά το σβένω απο το ρ.έψω.
Φυδάνι = νεαρός βλαστός και μτφ. νέος με εμφανή σημεία δυναμικής διανοητικής ανάπτυξης.«Βρέ, καλώς το της Καστορίας το φυδάνι! Συ είσαι ο Παναγιώτης, ο αδελφός του Κωνσταντίνου;», έτσι υποδέχεται στην οικίαν του ο σεβάσμιος και λευκοπώγων Ιωάννης Θεοχάρης τον δωδεκαετή Παναγιώτη Ναούμ.
Ωφλίσκανον= εξωτερικό μακρύ ρούχο που φορούσε και ο Παπαναούμ καθόλην την διάρκεια του οδοιπορικού του.
* Στην ιατρική τράχωμα σημαίνει χρόνια μολυσματική και μεταδοτική πάθηση του βλεννογόνου των βλεφάρων.
 ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ
 αρχ. = αρχαϊκόν
 βεν. βενετικόν
 ελνστ. =ελληνιστικόν
ιταλ. ιταλικόν
 μσν. = μεσαιωνικόν
 μτγν. =μεταγενέστερον
 τουρκ. τουρκικόν
ΣΥΜΒΟΛΑ
< προέρχεται

Back to top button