Τα λαϊκιστικά κόμματα αποσυντίθενται όταν έρχονται σε επαφή με την πραγματικότητα

του Σάιμον Κούπερ (*)

Ο επίσημος λογαριασμός του βρετανού πρωθυπουργού στο Twitter (15.400 tweets μέχρι τώρα) δεν περιλαμβάνει τη λέξη «Brexit» από τότε που το Ηνωμένο Βασίλειο εγκατέλειψε την ΕΕ στις 31 Ιανουαρίου. Ο προσωπικός λογαριασμός του Μπόρις Τζόνσον την αναφέρει μόνο μια φορά σε αυτό το διάστημα.

Ο βρετανός πρωθυπουργός θα ήθελε η παραβίαση της Συμφωνίας Εξόδου να έχει περάσει απαρατήρητη, και να μην έχει προκαλέσει όλον αυτόν τον θόρυβο. Αλλά και ο Ντόναλντ Τραμπ τηρεί σιγή ιχθύος για τις παλιές του υποσχέσεις να αποκαταστήσει τις δουλειές στα εργοστάσια, να εξαλείψει το ομοσπονδιακό χρέος, να αντικαταστήσει το Obamacare με κάτι πολύ καλύτερα και να σταματήσει τον «βιασμό» των ΗΠΑ από την Κίνα στο πεδίο του εμπορίου.

Ο λογαριασμός του αμερικανού προέδρου στο Twitter, έτσι, δεν έχει αναφερθεί στη λέξη «χρέος» από τον περασμένο Ιανουάριο. Ισως επειδή το ομοσπονδιακό χρέος (που είχε αρχίσει να αυξάνεται πριν από την πανδημία) θα ξεπεράσει του χρόνου το ετήσιο ΑΕΠ για πρώτη φορά από το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ο Τραμπ, ο Τζόνσον και άλλοι λαϊκιστές εγκαταλείπουν τις υποσχέσεις που είχαν δώσει. Και αντιμετωπίζουν ένα δίλημμα: είτε να το ρίξουν στον πόλεμο πολιτισμών χωρίς να ασκούν πολιτική είτε να επιστρέψουν στον παραδοσιακό, βαρετό, τρόπο άσκησης πολιτικής.

Ο λαϊκισμός πέρασε τη χρυσή περίοδό του από τον Οκτώβριο του 2015 ως τον Νοέμβριο του 2016. Η προσφυγική κρίση και οι ισλαμιστικές τρομοκρατικές επιθέσεις στην Ευρώπη αποτέλεσαν το ιδανικό υπόβαθρο γι’αυτά τα κινήματα, που τότε υπόσχονταν μια γενική βελτίωση. Θα καταργούσαν τις σκανδαλώδεις εμπορικές συμφωνίες, θα καταπολεμούσαν τη διαφθορά, θα επέστρεφαν την εξουσία στο λαό, θα έδιναν ξανά ζωή στη βιομηχανία και θα έκαναν γενικά καλύτερη διαχείριση από τους προκατόχους τους.

Το PiS εξελέγη τον Οκτώβριο του 2015 στην Πολωνία με την υπόσχεση ότι θα έδινε σε κάθε ζευγάρι 500 ζλότι (110 ευρώ) τον μήνα για κάθε παιδί που θα έκανε μετά τα δύο πρώτα. Το Κίνημα των Πέντε Αστέρων κέρδισε τον Ιούνιο του 2016 τους δήμους της Ρώμης και του Τορίνο δεσμευόμενο ότι θα επιβάλει χρονικά όρια στους εκλεγμένους αξιωματούχους και ότι δεν θα συμμαχήσει με παραδοσιακά κόμματα. Τέσσερις ημέρες αργότερα, οι Βρετανοί ψήφισαν υπέρ του Brexit. Ο Τραμπ κέρδισε τις εκλογές ως ένας λαμπρός επιχειρηματίας που θα έκανε τις ΗΠΑ πλούσιες ξανά.

Την άνοιξη του 2018, όταν τα Πέντε Αστέρια και η Λέγκα σχημάτισαν κυβέρνηση στην Ιταλία, κάπου 500 εκατομμύρια άνθρωποι την Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική τελούσαν υπό λαϊκιστική διακυβέρνηση.

Το PiS ακολούθησε το πρόγραμμα 500+, αλλά δεν τόνωσε τις γεννήσεις: η διαφορά των θανάτων από τις γεννήσεις ήταν το 2019 η μεγαλύτερη από το 1945. Η ακριβή αυτή πολιτική οδήγησε όμως κάπου 100.000 γυναίκες να εγκαταλείψουν την αγορά εργασίας.

Από τις υπόλοιπες υποσχέσεις των λαϊκιστών, ελάχιστες εκπληρώθηκαν. Και οι προσδοκίες για μια ικανή διαχείριση διαλύθηκαν με την πανδημία. Το πρόγραμμα του Τραμπ για τις υποδομές αγνοείται, όπως και η πολυδιαφημισμένη εμπορική συμφωνία της Βρετανίας με τις ΗΠΑ. Και στην Ιταλία, τα Πέντε Αστέρια συμμάχησαν σε εθνικό επίπεδο με το Δημοκρατικό Κόμμα.

Το μόνο που έμεινε στους λαϊκιστές είναι ο πόλεμος των πολιτισμών. Το PiS τα έβαλε με τους ΛΟΑΤΚΙ, που όπως είπε ο πρόεδρος Ντούντα δεν είναι άνθρωποι, αλλά μια ιδεολογία χειρότερη από τον κομμουνισμό. Ο Τραμπ πολεμά τους διαδηλωτές του κινήματος Black Lives Matter και τις ίδιες τις πόλεις. Ο Τζόνσον προσπαθεί να στρέψει το ενδιαφέρον στη μάχη για το άγαλμα του Τσόρτσιλ και το τραγούδι «Rule, Britannia!», αλλά η Αριστερά δεν τον ακολουθεί.

Όλα τα λαϊκιστικά κόμματα αποσυντίθενται όταν έρχονται σε επαφή με την πραγματικότητα. Όπως λέει και η αμερικανίδα συγγραφέας Αν Απλμπαουμ, ήρθε η στιγμή να μάθουμε κατά πόσον η μάχη από την αρχή ήταν για την ταυτότητα και τον πολιτισμό.

(*) Ο Σάιμον Κούπερ είναι αρθρογράφος των Financial Times

ΑΠΕ