“Πικραλίδες – Κεφάλαιο 6: Χυμοί Εκδίκησης” του Στάθη Μασκαλίδη


Σκίζω με μεγάλους διασκελισμούς το νερό, που στη δύναμή μου υποχωρεί άτακτα και χώρο μου ανοίγει.
Ακούω πίσω μου την φωνή της. «Ε, που πας; Γιατί φεύγεις;»
Αγνοώ τις εκκλήσεις της να επιστρέψω και ακάθεκτος βγαίνω στην αμμουδιά. Φοράω όπως όπως τα ρούχα μου και με βήμα ταχύ αφήνω στα κρύα του λουτρού τη νεαρή Αγγλίδα. Μέσα μου νιώθω σαν στρατιώτης που εγκαταλείπει ντροπιασμένος το πεδίο την μάχης, ρίψασπις. Με το ηθικό καταρρακωμένο και το κεφάλι κατεβασμένο, ξεκλειδώνω την πόρτα του δωμάτιου μου και πέφτω μπρούμητα στο κρεβάτι, όπως είμαι βρώμικος από την άμμο και την αλμύρα της θάλασσας.
Βαριανασαίνω, το μυαλό μου τρέχει συνεχώς στη γυναίκα που υπαίτια είναι για τον ξεπεσμό μου. Για τις ενοχές που με βαραίνουν και τις ερινύες που με κατατρέχουν τα βράδια, τις νυχτιές που εφιαλτικά κυλούν και με παρασύρουν στην άβυσσο. Ακόμα ακόμα και για τις φωταψίες που απρόσκλητες έρχονται κάθε τόσο, εκεί, στις κόγχες των ματιών μου και με τρομοκρατούν, γιατί γνωρίζω πως είναι μαντατοφόροι αυτού που θα ακολουθήσει και δεν είναι άλλο παρά ανυπόφορος πονοκέφαλος.
Συνέχεια στο maxmag.gr