“Πικραλίδες – Κεφάλαιο 7: Φρεναπάτη” του Στάθη Μασκαλίδη

Ένα απόγευμα καλοκαιρινό, μα συνάμα και κάπως μελαγχολικό αφού ψηλά στους αιθέρες μαινόταν μάχη σκληρή ανάμεσα σε γκρίζους και λευκούς επιδρομείς, κει που το στερέωμα το γαλανό μαζεύτηκε το δύσμοιρο για να προφυλαχθεί, έτυχε να περνώ από την πλατεία του χωριού.

Πατούσα σε λίθους μεγάλους και πλακωτούς, καλυμμένους με αρμό για να μην δημιουργούνται ανάμεσά τους κενά. Τα μάτια μου κοιτούσαν στα δυτικά, στην κορυφογραμμή του βουνού, του Γράμμου του ξακουστού. Η σύγκρουση στον ουρανό, που μαύρισε, έβαινε ανεξέλεγκτη και ασφαλώς πολύ ισχυρή. Αστραπές πέφτανε διαρκώς. Εμένα όμως, όσο κι αν με εξιτάριζε η ιδέα να σκαρφαλώσω κάποτε στα απάτητα εδάφη του, τούτη την ώρα με απασχολούσαν άλλες έγνοιες.

Όπως κάθε νέος της εποχής, εκείνα τα χρόνια, λάτρευα το ποδόσφαιρο και έπαιζα στη μικρή ομάδα του χωριού μου. Ετοιμαζόμουν να πάω στο γήπεδο, να συναντήσω τους φίλους μου και να παίξω μαζί τους ποδόσφαιρο. Τα πληγιασμένα πόδια μου είχαν υποφέρει πολύ στο ξερό ταρτάν, το πασαλειμμένο με ψιλούς κατάλευκους κόκκους, από άγνωστο σε μένα υλικό.

Κάτω, στο απέριττο δάπεδο του εδάφους, στις πλάκες τις λευκές που επιμελώς ρίχτηκαν στη σειρά για να μη λασπώνει η πλατεία τον Χειμώνα, βαδίζω ξέγνοιαστος.

Συνέχεια στο maxmag.gr

 

 

κοινοποίηση

shares