Αέρααα! (του Στάθη Μασκαλίδη)

Πνίγομαι, μάσκα φοράω, το πρόσωπο μου κρύβεται πίσω από προσωπίδα και στους δρόμους όταν γυρνάω, ειδικά όταν εργάζομαι δυσκολεύομαι να αναπνεύσω. Τι κρίμα που δε μπορώ να φωνάξω αέρα και να νιώσω το συναίσθημα της ελευθερίας και τη δύναμη της πνοής…
Αέρααα, μια φωνή, εκατοντάδες, χιλιάδες, εκατομμύρια ψυχές. Ίσως γι’ αυτό έβγαινε τόσο δυνατή και τόσο αποφασιστική, ένας την έλεγε και χίλιοι την ωθούσαν από όλα τα μέρη της Χώρας. Και με αυτή την ιαχή προχωρούσαν και προχωρούσαν οι φαιοπράσινοι στρατιώτες και σπάζανε το φράγμα της λογικής.
>Θέλει θάρρος να λες όχι, είναι πολύ δύσκολο. Πόσο μάλλον όταν είσαι ο φαινομενικά αδύναμος, όταν άλλοι πολύ ανώτεροι σε αριθμούς και εξοπλισμό έχουν αποδεχτεί την ήττα. «Κοίτα να δεις», σου λένε αυτοί που επιβουλεύονται τον ζωτικό σου χώρο. «είσαι ο αδύναμος κρίκος. Μπορώ να σε ποδηγετήσω ότι ώρα θέλω, άφησε με να προελαύσω και δεν θα έχεις πρόβλημα».
Κι όμως, εσύ ξέρεις πως μπορεί να είσαι ο αδύναμος κρίκος, αλλά μόνο ο αδύναμος κρίκος είναι αυτός που μπορεί να σπάσει την αλυσίδα, τον ΄΄τσαμπουκά΄΄ των κατακτητών.
Αυτό το ΟΧΙ έχει αξία όχι επειδή το φώναξε ο εκπρόσωπος του Κράτους (εννοείται πως έχει) αλλά επειδή βγήκε από τις ψυχές των Ελλήνων, των ανθρώπων που αψήφησαν την ίδια τους τη ζωή για να το υπερασπιστούν. Και έχει αξία γιατί η υπογραφή μπήκε με αίμα και όχι με τζίφρες, και σφυρηλατήθηκε η άγραφη στις καρδιές των ανθρώπων αυτή συμφωνία με οστά ιερά, που ακόμα κάποια από αυτά βρίσκονται θαμμένα, στα βουνά της Αλβανίας.
Είναι αυτά που αποτελούν θεματοφύλακες, μαζί με εκείνες τις ψυχές που έφυγαν, να μας θυμίζουν σήμερα, αύριο, πάντα, πως υπάρχουν κάποια ιδανικά που μένουν αναλλοίωτα στο χρόνο.
Και ένα από αυτά, είναι η ελευθερία. Η ελευθερία της έκφρασης, της σκέψης, της κίνησης, της διαφορετικότητας.
Υ.Γ. Ποτέ δε θα ξεχάσω τις περιγραφές του παππού μου για τον πόλεμο εκείνο (τραυματίστηκε βαριά και κόντεψε να χάσει το πόδι του). Το κρύο έλεγε μας έκανε να υποφέρουμε. Είδα πολλούς να χάνουν τα πόδια τους από βαριά κρυολογήματα. Φοβόμουν να βγάλω τις μπότες γιατί έτρεμα στην ιδέα πως η σάρκα και το υλικό από το οποίο ήταν φτιαγμένες, θα κολλούσαν και θα γινόντουσαν ένα, και μετά μόνο ένας δρόμος υπήρχε, ο ακρωτηριασμός. Ποτέ του δε μου μίλησε για τον τραυματισμό του (έμαθα από αλλού), η μνήμη χανόταν στον πόνο, μου τραγουδούσε, όμως, συχνά το τραγούδι της Βέμπο: Βάζει ο Ντούτσε τη στολή του και τη σκούφια την ψηλή του, μ’ όλα τα φτερά, και μια νύχτα με φεγγάρι την Ελλάδα πάει να πάρει, βρε, το φουκαρά. Και η φωνή του με αναστάτωνε γιατί το πάθος που έβγαζε μου έδινε την αίσθηση πως ζούσε ξανά εκείνες τις στιγμές, και τώρα που ΄΄έφυγε΄΄, καμιά φορά όταν τον αναθυμούμαι, δακρύζω, γιατί ακόμα και τώρα, μετά από τόσα χρόνια, μπορώ να καταλάβω τί ένιωθε τη στιγμή που μου τραγουδούσε.
Υ.Γ. 2 Και ναι, ήταν φουκαράς, γιατί την ελευθερία δε μπορεί κανείς να τη στερήσει από τον άνθρωπο.

Χρόνια πολλά!

κοινοποίηση

shares