Ήρωες (της Μαρίας Κανδύλη)

Άνθρωποι προσπάθησαν εκείνον τον καιρό να καταλάβουν ένα ύψωμα. Ένα τόσο δα κομμάτι άγονης γης.

Τίποτα δε φύτρωνε εκεί πέρα από άγριο τσάι που ακόμα κι αυτό μόνον τον Αύγουστο άνθιζε επειδή εκεί -τόσο ψηλά- ακόμα και τότε έκανε κρύο.
Ήταν ανώφελο να σπαταληθούν δυνάμεις για μια χούφτα ανεμοδαρμένο θυμάρι που όμως αιώνες τώρα με δάχτυλα γεμάτα απότιστο χώμα αγκάλιαζε σπαρακτικά μια πατρίδα.
Όμως μια μέρα οι εχθροί πήγαν. Πάτησαν βιαστικά ότι είχε απομείνει από τα αμάζευτα λουλούδια κι ύστερα -μέρες οκτώ κι άλλες τόσες νύχτες- χάλασαν πολλούς και τους μετρούσαν γιατί όταν γύριζαν πίσω έχοντας στο πέτο μια σταγόνα ξένο αίμα, ένα κλαδί θυμαριού αιχμάλωτο ήθελαν να τους λένε ήρωες.

Μα δεν ήταν.

Κι όλα αυτά τα χαλασμένα κορμιά που όταν το θυμάρι άνθιζε δε σπαταλούσαν δυνάμεις επειδή εκεί ψηλά έκανε τόσο κρύο ακόμα και τον Αύγουστο, όλα αυτά τα κορμιά που ίσως ανήκαν στον αδερφό του δικού μου παππού μα ίσως και του δικού σου, ήταν εκεί για να υπερασπιστούν αυτό το κομμάτι γης που ήξεραν καλά πως όσο άγονο και να ήταν το λέγαν πατρίδα.
Και όλα αυτά τα οκτώ μερόνυχτα, καθώς τα άψυχα χείλη φιλούσαν τη γη, καθώς οι ανοιχτές παλάμες γεμάτες απότιστο αίμα χάιδευαν με άκαμπτα δάχτυλα το θυμάρι που ξάφνου ημέρεψε κι έγινε στρώμα απαλό για να μη πονάνε άλλο τα σώματα, μετρούσαν πόσες φορές σκοτώθηκαν για να μπορώ τώρα εγώ ν΄ αγναντεύω εκείνο το άγονο ύψωμα και να υπόσχομαι ότι θα πάω –ναι σίγουρα θα πάω- να στολίσω τα ελεύθερα μαλλιά μου με ένα κλωνάρι από κείνο το απαλό στρώμα.

Για να μπορώ να ξεθάβω από την ντουλάπα μου ένα γαλανόλευκο ύφασμα που ακόμα και κει στα σκοτεινά τόσο καιρό ανέμιζε περιμένοντας  έστω για μια μέρα να θυμηθώ πως εκείνοι δε γύρισαν, πως ακόμα μετρούν, πως δεν ήθελαν να τους λένε ήρωες.

Μα ήταν.

Ελληνίδα μου, Έλληνα νιώσε περηφάνια σήμερα, κράτα μου το χέρι κι έλα να σταθούμε –χωρίς λέξη- για ένα λεπτό προσοχή.

Ορκίζομαι να φυλάττω πίστιν εις την Πατρίδα.

κοινοποίηση

shares