Ιστορίες από την Κατοχή: Βαΐτσα Βαϊνά (της Πόλυς Μπλιάγκα)

Ήταν Δευτέρα κι ο ήλιος έλαμπε. Έρχεται ο μπαμπάς και μας λέει: «μη πάτε στο σχολείο γίνεται πόλεμος» Πόλεμος – πόλεμος!

Το 1937 πρέπει να ήταν που πήγαμε στον Πειραιά. Ο μπαμπάς μου έπιασε δουλειά ως θυρωρός σε ένα από τα μέγαρα του Νάτση του γιατρού. Αυτός ήταν από το Βογατσικό και είχε και στη Θεσσαλονίκη μέγαρα. Ήταν κι η αδερφή του η Λευκοθέα –πολιτικός μηχανικός αυτή- απ΄ότι έλεγε ο πατέρας και τα ΄χαν μαζί. Κι ήταν μες στο λιμάνι τα βαπόρια όλα, θυμάμαι , το Αβέρωφ, το Φρίντομ, το Άρτεμις 1.
Μετά, το σαράντα, ήταν Δευτέρα κι ένας ήλιος έλαμπε όπως τώρα. Έρχεται ο μπαμπάς και μας λέει: «μη πάτε στο σχολείο γίνεται πόλεμος» Πόλεμος-πόλεμος! Οι σειρήνες μούγκριζαν πάνω στις ταράτσες. Πήγαμε όμως στο σχολείο με τον αδερφό μου το Χρήστο για να δούμε τι θα μας πουν. Στο δρόμο μας ήταν το Ιταλικό φρουραρχείο κι ήταν όλα γκρεμισμένα το σχολείο κλειστό, μας έδιωξαν. Από το σπίτι περνούσαν πολλοί πατριώτες από το Βογατσικό – δούλευαν πολλά παιδιά στα γραφεία- και έρχονταν να μας χαιρετίσουν. Έλεγαν στον μπαμπά μου: «μπαρμπα- Αντρία φεύγουμε για τον πόλεμο, πάμε Αλβανία». Μαζί μας ήταν και ο παραδερφός μου αλλά αυτόν δεν τον έπιανε η ηλικία ήταν είκοσι. Κάθε μέρα βομβαρδισμοί! Στη γειτονιά μας ήταν μια πολυκατοικία κι έγραφε με φωτεινά γράμματα «ΓΑΒΡΙΗΛ» κι από κάτω ήταν όλο καταφύγια, πηγαίναμε και κρυβόμασταν. Κάθε μέρα τα αεροπλάνα βομβάρδιζαν, κάθε μέρα! Ακουγάμε τις σειρήνες τρέχαμε στα καταφύγια! Όλος ο κόσμος εκεί. Κάθισάμε καμιά δεκαριά-είκοσι μέρες στον Πειραιά. Μετά εφυγάμε πήγαμε Καλλιθέα. Η μαμά μ΄ είχε μια θεια της εκεί, στην Καλλιθέα. Απ΄τον ηλεκτρικό σταθμό, από κει εμπενάμε, εβγαινάμε Καστέλα, Μοσχάτο, Καλλιθέα. Σταματούσαμε εκεί και πηγαίναμε στη θεια μου. Μας δέχτηκαν με πολλή καλοσύνη. Ο ξάδερφος της μαμάς μου- Σοφόπουλος στο επίθετο- ήταν οδοντογιατρός και είχε ιατρείο στην Ομόνοια. Μας έδωσαν το σαλόνι τους, μα, ήμασταν μεγάλη οικογένεια και έπρεπε να βρούμε δικό μας σπίτι. Να νοικιάσουμε κάτι. Και στην Καλλιθέα γίνονταν βομβαρδισμοί. Φοβόμασταν και τρέχαμε στα καταφύγια. Βγαίναμε από κει κατακίτρινα… Μια φορά θυμάμαι ήταν μια γιαγιά. Μας είπε: «μη φοβάστε, έχω μαζί μου τίμιο ξύλο, δεν θα πάθετε τίποτα». Και πέρασε όλο αυτό να πούμε «δόξα τω Θεώ».

Και μετά πήγαμε να νοικιάσουμε. Μαζί μας ήταν και η γυναίκα του θείου. Βρίσκουμε μια βίλα, πολύ ωραία. Απ΄έξω έγραφε «ενοικιάζεται». Ήταν ένα πανέμορφο σπιτάκι με λουλούδια μπροστά, να το χαίρεσαι! Η μαμά μου μόλις το είδε είπε: «πρέπει να είναι πολύ ακριβό. Δεν θα μπορούμε να το πληρώσουμε, να βρούμε κάτι πιο φτωχό». «Τσιατσιάνα -είπε η θεία- μια ερώτηση ας κάνουμε δεν θα χάσουμε τίποτα». Χτυπήσαμε και βγήκε στην πόρτα μια όμορφη, ξανθιά κυρία. Η μαμά μου είπε: «Δεν ξέρω αν θα μας δεχθείτε, είμαστε μεγάλη οικογένεια, κάπου εφτά άτομα». Εκείνη χαμογελαστή είπε: «Ελάτε-ελάτε με μεγάλη μου χαρά! Κι εγώ μόνη είμαι και θέλω παρέα!» Μας έβαλε στο σαλόνι και είχε ένα μεγάλο πιάνο εκεί. «Θα σας παίξω και κάτι στο πιάνο να ηρεμήσετε». Μας έδωσε το καλύτερο δωμάτιο που είχε. Η μαμά μου χάρηκε. Κοιτάει όμως στο σπίτι είχε πολλά σκυλιά και γάτες και άρχισε να την πιάνει πυρετός. Τα έπιπλα ήταν κάπως απεριποίητα. Αρχοντικά μεν, αλλά γεμάτα τρίχες από τα σκυλιά και τις γάτες. Τελικά η μαμά είπε : «ναι θα μείνουμε». Το σπίτι είχε βεράντα και με δυο τρία σκαλάκια έβγαινες σε ένα στενό, μια αυλή με λουλουδάκια κι εκεί έπαιζα με τον αδερφό μου στρατιωτάκια και με το ποδηλατάκι. Η κυρία Ελένη ήταν πολύ ωραία. Ήταν από καλή οικογένεια. «Γιατί δεν έχεις άντρα;» τη ρωτήσαμε μια μέρα.»Ο άντρας μου λέει, αγάπησε μια σμυρνιά, εκείνη ήταν πολύ όμορφη βλέπεις… επειδή όμως κι εγώ τον αγάπησα του παραχώρησα το ένα μου σπίτι στο Ηράκλειο και μένει εκεί μαζί της και με την κόρη μου. Εγώ έχω μαζί μου το γιο μου. Θα ρθει και θα τον γνωρίσετε». Τον γιο της τον έλεγαν Βάρθο-Βαρθολομαίο και την κόρη της Ρένα. Τους γνώρισα.
Μας είχαν κόψει το ρεύμα και χρησιμοποιούσαμε κάρβουνο, το έφερνα από την αποθήκη. Κάθε μέρα τα κάρα της δημαρχίας έφερναν παιδιά πεθαμένα με κοιλιές φουσκωμένες. Ήταν τρομακτικό, να μη βλέπεις καλύτερα. Όλη η Αθήνα υπόφερνε. Πουλούσαν τα χρυσαφικά τους, τα δαχτυλίδια τους και τα σπίτια τους μόνο για να ζήσουν. Το σαράντα ένα αυτά.
Τι τρώγαμε; Πιο κάτω από μας ήταν το Μοσχάτο και είχε πολλά περιβόλια εκεί. Ο μπαμπάς πήγαινε στον Πειραιά-δεν άφησε τη δουλειά του- και στο γυρισμό μάζευε λαχανίδες και μας έφερνε. Λαχανίδες έλεγαν τα φύλλα γύρω από τα λάχανα. Τα λάχανα τα πουλούσαν στη μαύρη αγορά. Είχαμε μαζί μας κι ένα παιδί τον Γιώργο, που μας έφερνε κάποια τρόφιμα. Ο Γιώργος ήρθε στον Πειραιά μετά τη Μικρασιατική καταστροφή. Οι γονείς του ήταν καθηγηταί αλλά πνίγηκαν και το παιδί το πήραν οι εφοπλιστές. Το σπούδασαν και δούλευε στα καράβια αυτό. Το γνώρισε ο πατέρας μου και ήρθε μαζί μας. Με τα αδέρφια μου Βρήκε τη χαρά του. Πήγε Κωνσταντινούπολη και για κανα δυο χρόνια μας τροφοδοτούσε. Μας έστελνε κονσέρβες. Τις έλεγαν «λαοκρατία» τότε και είχαν λίγο απ΄όλα μέσα. Λίγο κρέας, πατάτα, καρότο κανά μπιζέλ μέσα. Μας έστελνε και καμιά σταφίδα, σύκα, κότες ζωντανές…
Τα σχολεία ήταν κλειστά μόνο μέχρι την Ε΄ δημοτικού πρόλαβα να πάω. Η κυρία Ελένη μας έπαιζε στο πιάνο όλο χαρούμενα τραγούδια και η Ρένα. Η κόρη της έρχονταν τις Κυριακές. Μας έπαιζε το «βρε ντουνιά θα σου δώσω μια» το «ακόμα ένα ποτηράκι» και πολλά άλλα, κάθε μέρα. Όλο τραγουδούσε και μου έλεγε: «έλα να σε μάθω κι εσένα». Έκανα λίγο ντο ρε μι φα σολ λα σι .Τι να κάνω και τι να ρμάξω που πεινούσα από μέσα μου.
Η κυρία Ελένη ήταν πολύ πλούσια. Ο μπαμπάς της ήταν Πρέσβης στην Αλεξάνδρεια και δεν ήξερε από νοικοκυριό! Είχε και μια αδερφή που την έλεγαν Μιράντα. Η Μιράντα είχε ένα ωδείο στο κέντρο της Καλλιθέας στον κήπο και μάθαινε στα κορίτσια πιάνο. Πηγαίναμε με τη Ρένα τις Κυριακές και τη βλέπαμε. Τα θυμάμαι όλα αυτά με τόση νοσταλγία! Ο μπαμπάς μου μ΄έφερνε πολλά βιβλία. Αν έμενα Αθήνα θα σπούδαζα, ήμουν έξυπνη…
Αυτό δεν θα το ξεχάσω ποτέ! Η κυρία Ελένη είχε μια ντουλάπα στο σαλόνι και είχε μέσα όλα τα φορέματα της Ρένας. Αυτά μου έδιναν χαρά γιατί εγώ στο χωριό δεν είχα. Ήταν ωραία, μακριά, με βολάν –φαρμπαλά που τα λέγαμε. Απ΄όλα τα χρώματα. Άσπρα, ροζ, ουρανί. Δε χόρταινα ν΄ανοίγω τη ντουλάπα. Η κυρία Ελένη μας έδειχνε εμπιστοσύνη. Κατάλαβε τι άνθρωποι ήμασταν. Η μαμά μου της είχε νοικοκυρέψει όλο το σπίτι. Βρήκε τη χαρά της. Όταν έφευγε η κυρία Ελένη τα φορούσα και πήγαινα στον μεγαλύτερο καθρέφτη και μπροστά στον καθρέφτη έκανα αυτά που έβλεπα στο θέατρο. Ο μπαμπάς μας πήγαινε κάθε Κυριακή σχεδόν. Πως το λέγανε ένα σινεμά… Ετουάλ το λέγανε… παλιά στην Καλλιθέα. Και στο θέατρο πηγαίναμε που ήταν λίγο πιο πάνω. Και ήταν όλο αξιωματικοί, μπροστά εκεί, Γερμανοί, και τραγουδούσαν οι θεατρίνες αυτές «η μικρή χωριατοπούλα, μικρή μελαχρινούλα», «η Λενιώ σαν κατέβαινε τα βράδια η Λενιώ για το χ ωριό, αχ Λενιώ μου…» Και τα ΄καμνα στον καθρέφτη μπροστά αυτά και πολλά άλλα ερωτικά τραγούδια μάθαινα (δεν θέλω να τα πω τώρα). Και οι Γερμανοί να χειροκροτούν, να χαίρονται… Μας πήγαινε πολύ ο μπαμπάς θέατρο. Στο Βασιλικό θέατρο-πίσω απ΄τη Βουλή ήταν- πήγαινα σχεδόν κάθε Κυριακή. Και στο ζωολογικό κήπο πηγαίναμε. Είχε λύκοι, αρκούδες, τα πάντα και τα θαυμάζαμε. Είχε κούνιες, παιδική χαρά. Ήταν τόσο όμορφα στην Αθήνα! Πώς να ξεχάσω; Στο χωριό ήρθαμε μάλλον το σαράντα τρία. Ο ξάδερφος της μάνας μου ο οδοντογιατρός την έλεγε: «πάμε Τσιατσιάνα στο χωριό να σώσουμε τα παιδιά». Δεν ξαναπήγα στην Αθήνα αλλά όλα αυτά δεν θα τα ξεχάσω…
Καταγραφή: Πόλυ Μπλιάγκα

κοινοποίηση

shares