Οι απρόσμενοι «αιμοδότες» του ολοκληρωτισμού (του Γρηγόρη Στεφάνου)

Εβδομήντα πέντε χρόνια μετά τη λήξη του Β΄ παγκοσμίου πολέμου και τριάντα περίπου από την αποσόβηση μιας νέας παγκόσμιας σύρραξης η ειρήνη και η αντίσταση απέναντι στον αυταρχισμό εξακολουθούν να είναι ζητούμενα και κατά την εποχή της μετανεωτερικότητας. Τα ογδόντα εκατομμύρια νεκροί του Β΄παγκοσμίου πολέμου ( τα δύο τρίτα εκ των οποίων άμαχοι πολίτες), αυτό το παγκόσμιο ολοκαύτωμα, μπορεί να προκάλεσαν εύλογο σοκ και να στοιχειοθέτησαν αδιαμφισβήτητα την καταστρεπτική επενέργεια του πολιτικού ολοκληρωτισμού, βοηθούσης της λήθης, όμως, δεν μπόρεσαν να εγγράψουν στη συλλογική μνήμη μια οριστική αποστροφή απέναντι σε κάθε είδους τυραννία.
Και πως θα μπορούσε να συμβεί άλλωστε κάτι τέτοιο όταν τη στιγμή ακόμη που συνέβαινε αυτό το ασύλληπτο μακέλεμα είχαν αντιπαραταχθεί όχι ιδεοτυπικά δυο αντίπαλοι στρατοί, αλλά δυο σχηματισμοί που στη φάση της αναμέτρησης ανέπτυσσαν μια εκθετικά αντίθετη πολιτική οντολογία.
Στην ύβρη της κατάκτησης αντιτάχθηκε η ιερότητα της υπεράσπισης, στη στρατοκρατική παράταξη εναντιώθηκε η συντροφική συμπαράταξη, στο δοσιλογισμό η αντίσταση, στη γοητεία του τυράννου το ρίσκο της ελευθερίας.
Το ελληνικό παράδειγμα, παρά τις όποιες ιδιαιτερότητες του, παρουσιάζει σαφείς ομοιότητες με τα συμβαίνοντα στον αντιφασιστικό ευρωπαϊκό χώρο την περίοδο του πολέμου. Σθεναρή άμυνα του λαϊκού παράγοντα, αμφιρρέπεια της πολιτικής τάξης ως προς το μέγεθος της απειλής, σύμπλευση μιας μερίδας με τον κατακτητή, αντίσταση, δοσιλογισμός, υιοθέτηση των ιδεολογικών προταγμάτων της τυραννίας από μέρος της οικονομικοπολιτικής αλλά και της πνευματικής ελίτ.
Αυτό το τελευταίο, τα φιλοτυραννικά δηλαδή αισθήματα μέρους της πνευματικής ελίτ, αποκαλύπτουν με τον εναργέστερο ίσως τρόπο έναν υπόρρητο λόγο επιβίωσης μιας, τουλάχιστον, απεχθούς πολιτικής ιδεολογίας. Μπορεί, βέβαια, στη μικροκλίματα του ελληνικού κράτους η σύμπλευση αυτή να εκδηλώθηκε, κυρίως, από ένα καθηγητικό κατεστημένο ελάσσονος διαμετρήματος . Η διαπίστωση, όμως, πως στον ευρωπαικό χώρο ο ναζισμός στηρίχθηκε από κολοσσιαίες προσωπικότητες όπως ο Χάιντεγκερ δεν μπορεί παρά να γεμίσει απαισιοδοξία τους πολέμιους αυτής της παραφροσύνης.
Πως εξηγείται μια πνευματική προσωπικότητα όπως ο Χάιντεγκερ, ο δημιουργός του θρυλικού «Είναι και Χρόνος», ο μαθητής του Χούσερλ, ο ομόκλινος της Άρεντ και ο ομοτράπεζος του Γιάσπερς να μαζεύει υπογραφές υποστήριξης στο Χίτλερ, να προσχωρεί στο ναζιστικό κόμμα και να αποδέχεται τη θέση του πρύτανη από το καθεστώς; Κι ακόμη χειρότερα, να υιοθετεί έμπρακτα τον αντισημιτισμό αποφεύγοντας την συνεργασία με Εβραίους φοιτητές και να αποδίδει, έπειτα από την κατάρρευση του ναζισμού τη στάση του σε αφελή ρομαντισμό….
Στα ίδια χνάρια και ο λιγότερο γνωστός πολιτειολόγος Κάρλ Σμίτ θα γίνει απολογητής του εθνικοσοσιαλισμού , αμετανόητος μάλιστα καθώς και μεταπολεμικά δεν έπαυε να εκδηλώνει τον αντισημιτισμό του και να αθωώνει τον εαυτό του για τη σύμπραξη με τους ναζί.
Πρόκειται βέβαια για ενδεικτικές αναφορές που σκιαγραφούν την παθολογία στη σχέση διανοουμένων και ολοκληρωτισμού στο ένα στρατόπεδο. Παρόμοια όμως ταύτιση μπορεί να καταγραφεί , παρά τις αισθητές ιδεολογικοπολιτικές διαφορές, και τηρουμένων βέβαια των αναλογιών, και στην πλευρά του σοβιετικού-σταλινικού ολοκληρωτισμού.
Ακόμη και προσωπικότητες που επηρέασαν καθοριστικά την ευρωπαϊκή σκέψη χωρίς να συγχρωτιστούν με τον τραχύ τρόπο των προαναφερθέντων με τον ολοκληρωτισμό όπως ο Φουκώ, ο Σάρτρ κ.ά. ενέδωσαν κατά καιρούς στη «γοητεία» της πολιτικής επιτήρησης και τον πολιτικό αυταρχισμό. Ο Φουκώ για παράδειγμα πέρα από το υπόρρητο αυταρχισμό που διατρέχει ορισμένα έργα του δε διστάζει να εκλογικεύει την δικτατορική και αιμοσταγή φύση της εξουσίας του προλεταριάτου κι άλλοτε, μυωπικά, να χειροκροτεί την ισλαμική επανάσταση που εγκαθίδρυσε τη θεοκρατία στο ιράν…
Το θέμα βέβαια της φιλοτυραννικής στάσης των διανοουμένων δεν είναι σύμπτωμα του 20ου αιώνα. Από την εποχή του Πλάτωνα ακόμη και τις αποτυχημένες του προσπάθειες στις Συρακούσες αναζητούνται τα κίνητρα που μπορεί να στρέψουν λαμπρούς στοχαστές στην υπηρεσία του ολοκληρωτισμού. Η διερεύνηση των κινήτρων μεταξύ της θεωρίας περί έκπτωσης των αξιών και ανήθικου ορθολογισμού που επέφερε ο διαφωτισμός και της προσέγγισης περί μυστηριακών συμβολικών αναπαραστάσεων που αναγεννά ο μεσσιανικός ολοκληρωτισμός στη βάση του θρησκευτικού αρχετύπου έχουν από μόνες ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Πέρα όμως από τη θεωρητική διερεύνηση και στηριζόμενοι στην ιστορική εμπειρία μπορούμε νομίζω να συμφωνήσουμε πως η πάσης φύσεως τυραννία, ο κάθε είδους ολοκληρωτισμός αποφασιστικά αντιμετωπίζονται στο σπίτι, στο σχολείο, στο αμφιθέατρο κι όχι στη Νυρεμβέργη ή την Ευελπίδων. Γιατί στη δεύτερη περίπτωση θαχουν προλάβει να εγγράψουν τον ολέθριο κύκλο αίματος με το οποίο συντηρούνται.