Ο δικός της ο θάνατος (της Ουρανίας Μπάγγου)

Ήταν προχωρημένη Άνοιξη. Ο ουρανός φαινόταν πολύ γαλάζιος και διαυγής μετά από αρκετές μέρες συνεχούς βροχής. Κι όσο προχωρούσε προς την μεσότητά της η μέρα, έλαμπε σαν ατλάζι. Γεμάτος ζήλο, έκανε επιλογή στις ομορφιές της γης και προωθούσε τις εικόνες τους στο άπειρο.

Άργησε λίγο να σηκωθεί από το κρεβάτι της. Χτύπησε πρώτα εφτά φορές το ρολόι του διπλανού σχολείου και μετά εγέρθηκε. Δεν την βοηθούσαν και πολύ τα πόδια της, βαριά τα ένιωθε, και η αρρυθμία που είχε στην καρδιά έκανε τις κινήσεις της αργές. Είχε κόψει από καιρό τα φάρμακα που της έδινε ο γιατρός. Όσο ακόμα της έμελλε να ζήσει, θα ήταν με τις δικές της και μόνο δυνάμεις. Δεν ήθελε να ζήσει παραπανίσια χρόνια, όπως έλεγε, χωρίς τις συνομήλικες φιλενάδες της που είχαν φύγει μία-μία με τελευταία την Βενετία του Καπαχτσή. Τα ογδόντα πέντε χρόνια της τής φαινόταν αρκετά. Και ούτε ήθελε να σκέφτεται τα παλιά, τα είχε απομακρύνει από το μυαλό της. Τα καινούργια μελετούσε, την σειρά που είχαν τα παιδιά και τα εγγόνια της, τις δουλειές που την περίμεναν, τα εκφραστικά γαλάζια μάτια -ίδια με τα δικά της- της δισεγγονής της, της Δημητρούλας.

Κλώστηκε αρκετή ώρα μέσα στο σπίτι για να τακτοποιήσει όσα η νύχτα έκρυβε από τα μάτια της. Δεν ήταν της ανεμελιάς και της ξεκούρασης, είχε ένα νεύρο μέσα της. Ακόμα κι όταν καθόταν στο ντιβάνι, ήταν να πλέξει κάτι χρήσιμο για να ντυθούν ή για να καθαρίσει από τα τα σκύβαλα τις φακές. Κι όταν έπλεκε κρατούσε έναν ρυθμό με την κίνηση του μεγάλου δάχτυλου τού αριστερού της ποδιού, που συντόνιζε όλο της το σώμα.

Δεν ήξερε και πολλά γράμματα, αλλά στο μυαλό της ήταν καταταγμένα όσα την αφορούσαν με λογική και συνέπεια. Έπαιζε στα δάχτυλα-στην κυριολεξία – τις αριθμητικές πράξεις και στην ομιλία της τοποθετούσε το γεμάτο ενέργεια ρήμα, το εγωιστικό υποκείμενο, το καταδεχτικό αντικείμενο, τις χαρακτηρισμένες σαν καλόγνωμες ή βαρόγνωμες μετοχές και επίθετα, που έχει η Βογατσιώτικη διάλεκτος, στις θέσεις που τους άρμοζαν.

Και η ελληνική ιστορία της άρεσε. Την διάβαζε φωναχτά η εγγονή της, όταν ήταν μικρή, κι ύστερα συζητούσαν τα πιο σπουδαία γεγονότα. Ταίριαζε καλά το μαύρο μαντίλι γύρω από το κεφάλι της, και της μιλούσε συχνά για την δική της δασκάλα, την ξακουστή κυρία Βιργινία, που δεν ευτύχησε να την έχει για πολύ εκείνους τους παλιούς- αφώτιστους καιρούς. Ήταν μόλις είχε απελευθερωθεί η Μακεδονία κι όλα ήταν ρευστά ακόμα.

Θυμήθηκε η εγγονή της, Ουρανία κι αυτή, εκείνη την ημέρα που έπεσε το πόδι της, μαζί με το πέδιλο, μέσα στον τούρκικο απόπατο που είχαν στην άκρη της αυλής. Τα είχε φορέσει ξεκούμπωτα από την βιασύνη της και δεν μπόρεσε να κρατήσει τις ισορροπίες. Και όλοι έτρεχαν μακριά της όταν την είδαν. Μόνο εκείνη την πλησίασε. Με νερό και μία σκούπα την καθάρισε κι ύστερα την σαπούνισε πολλές φορές με πολλά γέλια, για το αναπάντεχο πάθημά της.

Σήμερα, όμως, ήταν η δική της μέρα. Βγήκε στην αυλή, πότισε τις γλάστρες με τις μπιγκόνιες και στο κατόπι πήρε το μεγάλο ψαλίδι και κούρεψε τα αγριόχορτα που φύτρωναν ανάμεσα στις πλάκες. Τα πάστρεψε όλα. Τίναξε καλά τα ρούχα της ύστερα και ξάπλωσε στο κρεβάτι. Κάτι φτερούγιζε μέσα στο στήθος της.
Τί έχεις μάνα; την ρώτησε η νύφη της.
Ήρθε η ώρα μου, της είπε, άναψέ μου το κερί. Χλόμιασε εκείνη και χωρίς άλλο λόγο πήγε να το φέρει. Όταν γύρισε την βρήκε ακίνητη με σταυρωμένα τα χέρια. Είχε τελειώσει όλες τις δουλειές της και για σήμερα και για κάθε αύριο που θα ξημέρωνε χωρίς αυτήν.
Η ανάμνησή της, όμως, συνεχίζει να ζει και στην καρδιά και στο νου σ’ αυτούς που άφησε πίσω της. Είναι η δικιά της μακριά- ζωντανή γραμμή.
Κοινή, γαρ, η μοίρα των ανθρώπων, μόνο ο Σίσυφος κατόρθωσε και φυλάκισε- έστω για λίγο- τον Άδη και κατόπιν συνέχισε το βαρύ-αιώνιο έργο του.

shares