Αφιερωμένος σε Έλληνα καστοριανής καταγωγής ο «Γαλάζιος Δούναβης» του Γιόχαν Στράους

Ο «Γαλάζιος Δούναβης» ο «βασιλιάς των βαλς» είναι ένα από τα δημοφιλέστερα κομμάτια της κλασικής μουσικής και είναι αφιερωμένο σε έναν Έλληνα…

Φέτος κλείνουν 154 χρόνια από τότε που πρωτοπαρουσιάστηκε στο κοινό το βαλς που έμελλε να αποτελέσει από μόνο του ένα ολόκληρο κεφάλαιο στην παγκόσμια ιστορία κλασικής μουσικής.

Πρόκειται για το περίφημο έργο του Γιόχαν Στράους «Πάνω στον όμορφο γαλάζιο Δούναβη», όπως είναι η ακριβής μετάφραση του τίτλου «An der schönen blauen Donau», η σύνθεση που λίγο πολύ όλοι έχουν σιγοψιθυρίσει, και πιθανότατα χορέψει, σε κάποια κοινωνική εκδήλωση.

Είναι το βαλς με το οποίο ολοκληρώνει πάντα την καθιερωμένη πρωτοχρονιάτικη εμφάνισή της η Φιλαρμονική Ορχήστρα της Βιέννης.

Ο «Γαλάζιος Δούναβης», όμως, έχει και εξαιρετικά ενδιαφέρουσα διαδρομή, στην οποία εμπλέκεται με καθοριστικό ρόλο ένας Έλληνας!

Η παταγώδης αποτυχία και ο Έλληνας φίλος

Βρισκόμαστε στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Η Αυστρία σε αναταραχή. Από τη μία, ο αυστροπρωσικός πόλεμος που έχει αναδείξει νικήτρια την Πρωσία κρατάει καταρρακωμένο το ηθικό των Αυστριακών. Από την άλλη, η εξάντληση από την επιδημία χολέρας έχει στεγνώσει την ελπίδα για ζωή στις ψυχές τους.

Το 1865 ο Στράους δέχεται αρχικά μία πρόσκληση από την Ένωση Χορωδιών Ανδρών της Βιέννης να παραστεί και να συμμετάσχει στην καθιερωμένη θερινή μουσική εκδήλωσή της, με ένα δικό του χορωδιακό έργο.

Ο ίδιος δεν θέλει να λάβει μέρος, και λόγω της κατάστασης που βρίσκεται η χώρα αναβάλλεται η εκδήλωση.

Η συγκυρία λειτουργεί υπέρ του Στράους ως έμπνευση. Ο συνθέτης θέλει να στείλει κάτι αισιόδοξο, δυνατό και επιβλητικό για να ανεβάσει το ηθικό των συμπατριωτών του. Τελικά ολοκληρώνει το έργο του την επόμενη χρονιά.

Πρόκειται για ένα βαλς που έχει επιλέξει να «ντύσει» με λόγια εμπνευσμένα από ένα ποίημα του σπουδαίου Ούγγρου λογοτέχνη Karl Isidor Beck. 

Όμως η πρώτη του παρουσίαση, στο «Dianabadsaal» της Βιέννης στις 15 Φεβρουαρίου του 1867, αποδεικνύεται αποτυχία. Ο κόσμος αντιδρά, κυρίως στα λόγια που πιστεύει ότι δεν ταιριάζει με το μουσικό μέρος της συμφωνίας.

Απογοητευμένος ο Στράους καταφεύγει στο εξοχικό του φίλου του Νικόλαου Δούμπα, στο Tattendorf της Κάτω Αυστρίας. Το όνομα του Έλληνα γόνου έχει συνδεθεί με την τέχνη της εποχής, αφού από τις χορηγίες του έχουν γίνει πολλές ιστορικές αίθουσες τέχνης.

Στο σπίτι, λοιπόν, του Έλληνα μαικήνα ο συνθέτης βρίσκει καταφύγιο. Πέφτει με τα μούτρα στη δουλειά και σε λιγότερο από έναν μήνα συνθέτει το έργο του εκ νέου. Αλλά αυτή τη φορά μόνο για ορχήστρα.

Από την αρχική εκδοχή της σύνθεσης κρατά μόνον τον τίτλο: «Πάνω στον όμορφο γαλάζιο Δούναβη».

Η μεγάλη επιτυχία

Στην ορχηστρική του βερσιόν το έργο παρουσιάζεται το καλοκαίρι του ίδιου χρόνου στην Παγκόσμια Έκθεση του Παρισιού με θέμα «Επιστήμη και Τέχνη».

Η επιτυχία δεν περιγράφεται με λόγια. Βέβαια, και ο Δούμπας έχει βάλει το χεράκι του…

Με την επιρροή του στους κύκλους του εμπορίου και της τέχνης πετυχαίνει να ενταχθεί την τελευταία στιγμή η παρουσίαση της σύνθεσης στο πρόγραμμα της έκθεσης. Επιπλέον, με μια δυνατή ώθηση από δημοσίευμα της Figaro, στρέφει στη σύνθεση του Στράους την προσοχή των επισκεπτών της έκθεσης.

Στην κορυφή της παρτιτούρας του ο συνθέτης σημειώνει με καλλιγραφικά γράμματα: «Dem Präsidenten, Herrn Nikolaos Doumpas, gewidmet», δηλαδή: Αφιερωμένο στον πρόεδρο, κύριο Νικόλαο Δούμπα.

Μέχρι να βγει το 1867 ο εκδότης των έργων του Στράους παίρνει τόσες παραγγελίες για παρτιτούρες της συγκεκριμένης σύνθεσης από ορχήστρες ανά τον κόσμο ώστε αναγκάζεται να φτιάξει περί τις 100 μεταλλικές μακέτες προκειμένου να ανταποκριθεί στις χιλιάδες απαιτήσεις και να εκτυπώσει εκατομμύρια αντίτυπα!

Λέγεται πως όταν η θετή κόρη του Στράους, Έλις φον Μάιστζνερ – Στράους, συνάντησε τον Μπραμς σε κάποια κοινωνική εκδήλωση και του ζήτησε να υπογράψει πάνω στη βεντάλια της, εκείνος σημείωσε τις πρώτες νότες του όμορφου γαλάζιου Δούναβη, προσθέτοντας από κάτω:

«Δεν το συνέθεσε ο Γιοχάνες Μπραμς! Δυστυχώς!»

Ενάμιση αιώνα μετά, το βαλς που αφιερώθηκε στον Έλληνα ευεργέτη είναι πλέον ο ανεπίσημος εθνικός ύμνος της Αυστρίας, ενώ με αυτό εύχονται «καλή χρονιά» στα εκατομμύρια των θεατών και τηλεθεατών της καθιερωμένης πρωτοχρονιάτικης συναυλίας τους οι μουσικοί της περίφημης Φιλαρμονικής της Βιέννης.

ΑΠΕ

Νικόλαος Δούμπας

Ο Νικόλαος Δούμπας (Nikolaus Dumba,* 24 Ιουλίου 1830 στη Βιέννη; † 23 Μαρτίου 1900 στη Βουδαπέστη) ήταν Έλληνο-αυστριακός, βλαχικής καταγωγής, ευεργέτης και επιχειρηματίας. Κατά τη διάρκεια της ζωής του πραγματοποίησε αρκετές δωρεές με κυριότερη αυτή της ανέγερσης του Μεγάρου Μουσικής της Βιέννης.
Βιογραφία
Γεννήθηκε στη Βιέννη και ήταν γιος του Στέργιου Δούμπα (1794 – 1870), εμπόρου και ευεργέτη, και της Μαρίας Κούρτη.  Ο παππούς του κατάγονταν από το Λινοτόπι του Γράμμου και πριν εγκατασταθεί στις Σέρρες είχε περάσει από το Μπλάτσι της Μακεδονίας, όπου γεννήθηκε ο πατέρας του Νικολάου. Η μητέρα του ήταν κόρη του έμπορου Μιχαήλ Κούρτη, από την Λάρισα, μοσχοπολίτικης καταγωγής. Η αδερφή της μητέρας του, Σοφία, είχε παντρευτεί τον Μετσοβίτη βαρώνο Τοσίτσα, κάτοικο Λιβόρνου. Επίσης είχε έναν μεγαλύτερο αδερφό, τον Μιχαήλ Δούμπα, γεννημένο το 1828. Σε νηπιακή ηλικία, αυτός και ο αδερφός του, Μιχαήλ (γενν. 1828), έμειναν ορφανοί καθώς η μητέρα τους πέθανε σε έναν ταξίδι της στο Λιβόρνο. Την περίοδο 1848 – 1850 έζησαν στην Αθήνα, όπου είχαν σταλθεί από τον πατέρα τους για να κρατηθούν μακριά από την επαναστατική κίνηση της εποχής στη Βιέννη. Εκεί κατοικούσαν στην οικία του αυστριακού πρεσβευτή Πρόκες φον Όστεν. Στη συνέχεια εγγράφηκε στο ακαδημαϊκό γυμνάσιο της Βιέννης, από όπου και αποφοίτησε. Ο Νικόλαος ήταν ένας από τους δύο νεαρούς που συνόδεψαν τον νεαρό αυτοκράτορα Φραγκίσκο Ιωσήφ κατά τη στέψη του στο Ναό των Αυγουστίνων.

 

 

shares