Ζεις γιατί σε θυμάμαι και παλεύω για τον θάνατο της λήθης (της Αλεξάνδρας Πάντσου)

Εις μνήμην του αδερφού μου Αναστασίου Πάντσου 

Το πορτρέτο σου αδερφέ μου σκιαγραφεί τα χαρακτηριστικά ενός προσηνούς και στωικού ανθρώπου που κράτησε τη ζωή σε απόσταση, απορρίπτοντας κάθε προσπάθεια που θα τον οδηγούσε στο φως. Κάποια στιγμή, φτωχός στην υγεία σου, αναχώρησες σε «ψηλό βουνό, σε ριζιμιό λιθάρι». Η οδυνηρή, όμως, αναχώρησή σου, καθιστώντας τις αποξενωμένες και ραγισμένες σχέσεις παρελθόν, ανέδειξε την «κραταιά ως θάνατο αγάπη» μας. Και ο επίλογος δεν έχει γραφτεί ακόμη, γιατί μετά την παγωμένη εκείνη ώρα ξημερώματα Σαββάτου πάντα θα υπάρχεις στις καρδιές μας. Γιατί οι μηλιές και οι κερασιές σου περιμένουν την άνοιξη για να ανθίσουν οι ψυχές μας. Γιατί υπάρχεις μέσα στα ποιήματα που μας χαρίζουν αέναα ελπίδα και αγάπη. Και τώρα, μύστης του Παραδείσου των ψηλών βουνών θα συνομιλείς με τις αγγελικές ψυχές που σε γέννησαν, αλλά και που εσύ ο ίδιος γέννησες. Ο άνθρωπος αντέχει πολλές πληγές μες στη ζωή του. Η αναχώρησή σου, όμως, έχει κάνει τις δικές μας πληγές βαθιές σαν τις χαράδρες του βουνού σου. Μπορεί να είχαμε χαθεί, αλλά πάντα «είχα την ανάγκη να υπάρχεις». Τώρα αναζητώ τη νοερή επαφή με την ιερότητα της φύσης των «ασφοδελών λειμώνων» όπου κατοικεί ένας ακατάλυτος πυρήνας αγνότητας, η ψυχή σου. Εκεί «κάποτε θα ανταμώσουμε στους λόφους του ήλιου» και εκεί θα γιάνω τις πληγές μου. Όμως εδώ τώρα «στάζει τη μέρα, στάζει στον ύπνο μνησιπήμων πόνος».

          Νικηφόρος Βρεττάκος «Πικραμένος Αναχωρητής»

 Θα φύγω σε ψηλό βουνό, σε ριζιμιό λιθάρι

να στήσω το κρεβάτι μου κοντά στη νερομάνα

του κόσμου που βροντοχτυπούν οι χοντρές φλέβες του ήλιου,

ν’ απλώσω εκεί την πίκρα μου, να λιώσει όπως το χιόνι.

Μην πιάνεσαι απ’ τους ώμους μου και στριφογυρίζεις

άνεμε!

φεγγαράκι μου!

Καλέ μου!

Αυγερινέ μου!

Φέξε το ποροφάραγκο! Βοήθα ν’ ανηφορήσω!

Φέρνω ζαλιά στις πλάτες μου τα χέρια των νεκρών!

Στη μια μεριά έχω τα όνειρα, στην άλλη τις ελπίδες!

Κι ανάμεσα στις δυο ζαλιές το ματωμένο στέφανο!

Μη με ρωτάς καλέ μου αϊτέ, μη με ξετάζεις ήλιε μου!

Ρίχτε στο δρόμο συννεφιά να μη γυρίσω πίσω!

Κοιτάχτηκα μες στο νερό, έκατσα και λογάριασα,

ζύγιασα το καλό και το κακό του κόσμου. Κι αποφάσισα,

να γίνω το μικρότερο αδερφάκι των πουλιών!

Το ποίημα του Νικηφόρου Βρεττάκου έχει μελοποιηθεί από τον Παναγιώτη Κωνσταντακόπουλο και το ερμηνεύει με μοναδικό τρόπο ο δεξιοτέχνης Κρητικός λυράρης Βασίλης Σκουλάς. Ακούσετε: 

 

 

shares