Το φαινόμενο των Φαναριωτών αναλύει σε βιβλίο της η Χρ.Φίλλιου

Το φαινόμενο των Φαναριωτών, τη θέση τους στον Οθωμανικό κόσμο, τα δίκτυά τους, την άνοδο και την κατάρρευσή τους τη δεκαετία του 1820 και την επιστροφή τους με ένα διαφορετικό είδος δύναμης από το 1830 αναλύει η καθηγήτρια Πολιτικής και Κοινωνικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Μπέρκλεϋ (University of California, Berkeley) της Καλιφόρνια, Χριστίνα Φίλλιου σε μελέτη της, η οποία θα κυκλοφορήσει τον Σεπτέμβριο σε μετάφραση στην ελληνική γλώσσα.

«Η δύναμή των Φαναριωτών ήταν πάντοτε ασταθής γιατί δεν υπήρχε κανένα επίσημα θεσμοθετημένο πλαίσιο που να τους εντάσσει στο Οθωμανικό σύστημα. Κι αυτό είναι που κάνει τόσο συναρπαστικά τα κατορθώματά τους», τονίζει σε συνέντευξή της στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η Χριστίνα Φίλλιου, εξηγώντας ότι η συγκεκριμένη κοινότητα είναι μέρος του κοινωνιολογικού πλαισίου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που βοηθά να γίνουν κατανοητοί οι τρόποι, με τους οποίους η Ελληνική Επανάσταση προκάλεσε μια ισχυρή κρίση και βαθύ μετασχηματισμό στις δομές της οθωμανικής διακυβέρνησης.

Οι Φαναριώτες, όπως τους ορίζει στο βιβλίο της «Biography of an Empire: Governing Ottomans in an Age of Revolution» (University of California Press, 2011) η Χρίστινα Φίλλιου, «ήταν δημιούργημα της Οθωμανικής διακυβέρνησης κατά τον 18ο και 19ο αιώνα»

«Δεν ήταν ακριβώς το “κράτος εν κράτει” αλλά είχαν ένα εξαιρετικά μοναδικό είδος δύναμης που προέκυπτε από τη βασική αντίφαση: χωρίς να έχουν καμιά εγγύηση (διαβεβαίωση) για πολιτική και κοινωνική ισότητα, χωρίς να έχουν καμιά εγγύηση για δικαιώματα, κατάφεραν να χτίσουν τον “οίκο” τους σε μια πανίσχυρη δομή», επισημαίνει η καθηγήτρια με ειδικότητα σε θέματα Οθωμανικής και Ελληνοτουρκικής Ιστορίας.

«Κατάφεραν να συνδέσουν τον κόσμο του Εμπορίου, της Εκκλησίας, τους εκπροσώπους του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού με σπουδαίες δραστηριότητες της οθωμανικής διοίκησης, όπως τη διπλωματία και διοίκηση των επαρχιών», αναφέρει η κ. Φίλλιου, Ελληνίδα τρίτης γενιάς στις ΗΠΑ με καταγωγή από την Κωνσταντινούπολη και τη δυτική Μακεδονία.

Στο βιβλίο της, το οποίο θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις «Αλεξάνδρεια» παρουσιάζονται, όπως αναφέρει, «ο Οθωμανικός κόσμος στον οποίο ανήκαν – οι τρόποι με τους οποίους κατάφερναν να προσαρμόσουν τις ταυτότητές τους και τις πολιτιστικές τους δραστηριότητες ώστε να ταιριάζουν σε αυτόν, οι επαφές που έκαναν με τους τοπικούς ηγεμόνες/προύχοντες στις Οθωμανικές επαρχίες και ο ρόλος τους ως Ηγεμόνες στη Βλαχία και τη Μολδαβία εξ ονόματος του Σουλτάνου».

Αποσαφηνίζοντας τους παράγοντες που συνέβαλαν στην ανάδυση των Φαναριωτών και στην εδραίωσή τους σε τόσο υψηλά αξιώματα, η κ. Φίλλιου υπογραμμίζει ότι οι Οθωμανοί χρειάζονταν στην αρχή τις γνώσεις των Φαναριωτών στην Ιατρική (Παναγιώτης Νικούσιος, Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος και άλλοι) και μετά τις γνώσεις τους στις ευρωπαϊκές γλώσσες, καθώς από τον 18ο αιώνα το Οθωμανικό Κράτος βασιζόταν ολοένα και περισσότερο στη διπλωματία και λιγότερο στην στρατιωτική δύναμη απέναντι στην Ευρώπη και στη Ρωσία, μια νέα και ομόθρησκη με τους Φαναριώτες δύναμη εκείνη την εποχή.

«Πριν τον 18ο αιώνα, αν κάποιος Χριστιανός ήθελε να απολαμβάνει αξιώματα και τίτλους από την Οθωμανική κυβέρνηση, το μόνο που θα έπρεπε να κάνει είναι να αλλάξει θρησκεία και να γίνει Μουσουλμάνος. Στην περίπτωση των Φαναριωτών βλέπουμε πως στον 18ο αιώνα υπήρχε η δυνατότητα να έχει κανείς πολιτική δύναμη και οικονομική άνεση και να παραμένει Χριστιανός. Αυτό ήταν σίγουρα κάτι νέο, πολύ σημαντικό αλλά και πολύ πολύπλοκο ταυτόχρονα! Αποκτούσαν ολοένα και περισσότερη εξουσία μέσω προσωπικών διασυνδέσεων με συγκεκριμένους Βεζίρηδες, και στη συνέχεια μέσω λεπτών διπλωματικών χειρισμών ως προς την εξισορρόπηση των σχέσεων με τη Ρωσία κερδίζοντας έτσι την εμπιστοσύνη του Σουλτάνου απέναντί τους».

Χαρακτηρίζοντας τις σχέσεις των Φαναριωτών με την οθωμανική διοίκηση τεταμένες, η καθηγήτρια Πολιτικής και Κοινωνικής Ιστορίας επισημαίνει: «Από τη μια τους είχαν δοθεί πολύ σημαντικές και στρατηγικής σημασίας ευθύνες, (όπως να μεταδίδουν και να μεταφράζουν ειδήσεις για τα γεγονότα (όπως η Γαλλική Επανάσταση) από την Ευρώπη στον Σουλτάνο και τους συμβούλους του)· από την άλλη όμως ήταν συνεχώς ύποπτοι και οι Οθωμανοί δεν ήξεραν ποτέ τι συνέβαινε στους κύκλους εξουσίας τους». Αναφέρει δε ως παράδειγμα ότι πολλές φορές ο ίδιος υπουργός της οθωμανικής διοίκησης που ήταν ο στενότερος φίλος και προστάτης τους, όπως για παράδειγμα ο Halet Efendi, κατά τη διάρκεια του 1821 γινόταν ο χειρότερος εχθρός και διώκτης τους. «Η δύναμή τους ήταν πάντοτε ασταθής γιατί δεν υπήρχε κανένα επίσημα θεσμοθετημένο πλαίσιο που να τους εντάσσει στο Οθωμανικό σύστημα. Κι αυτό είναι που κάνει τόσο συναρπαστικά τα κατορθώματά τους», σημειώνει.

Αναφερόμενη στον ρόλο τους στην Επανάσταση του 1821, η κ. Φίλλιου τονίζει ότι κάποιοι Φαναριώτες πήραν μέρος, ορισμένοι μάλιστα όπως ο Υψηλάντης και ο Μαυροκορδάτος ήταν στην ηγεσία της Επανάστασης. Υπήρξαν άλλοι που επέλεξαν να παραμείνουν πιστοί όταν ξέσπασε η Επανάσταση αλλά και μετά, προσθέτει σημειώνοντας ότι στο βιβλίο μελετά τη ζωή του Στέφανου Βογορίδη που παρέμεινε πιστός στον Σουλτάνο παρ’ ότι ο αδερφός του τάχθηκε με την πλευρά των Επαναστατών.

Για τη συγγραφή του βιβλίου η Χριστίνα Φίλλιου άντλησε υλικό από τα αρχεία του οθωμανικού κράτους, τα προσωπικά αρχεία κάποιων Φαναριωτών, αλλά και αρχεία από τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία, τη Γαλλία και την Αγγλία.

Επιπλέον χρησιμοποιεί, όπως αναφέρει, μια μέθοδο που στηρίζεται στη βιογραφία, αλλά που εντάσσει όλο το κοινωνιολογικό πλαίσιο της αυτοκρατορίας για να γίνουν αντιληπτοί οι τρόποι, με τους οποίους η Ελληνική Επανάσταση προκάλεσε μια ισχυρή κρίση και βαθύ μετασχηματισμό στις δομές της οθωμανικής διακυβέρνησης.

«Το βασικό έγγραφο, από το οποίο προήλθε ολόκληρο το βιβλίο, είναι μια μακροσκελής απολογία που έγραψε ο Στέφανος Βογορίδης (1770 – 1859) τον Νοέμβριο του 1852, την εποχή της διαμάχης με τη Ρωσία που οδήγησε στον Κριμαϊκό Πόλεμο. Έγραψε την απολογία για να δικαιολογήσει την πίστη του στον Οθωμανό Σουλτάνο παρά το ότι ήταν Χριστιανός και για να αποδείξει ότι δεν ήταν στο πλευρό της Ρωσίας (ή της Ελλάδας)», υπογραμμίζει.

Στο έγγραφο περιλαμβάνονται στοιχεία για την καριέρα του, αλλά και την εμπειρία του από την εισβολή του Ναπολέοντα στην Αίγυπτο και αναφορές στην Επανάσταση του 1821. «Για παράδειγμα, αποκαλεί τους Έλληνες Επαναστάτες Εταιριστές [δηλαδή παρτιζάνους της Φιλικής Εταιρίας] και αποστάτες, και επίσης μας αποκαλύπτει με πολλούς άλλους τρόπους μια εντελώς διαφορετική οπτική για την Επανάσταση και το πρώιμο ελληνικό κράτος. Έτσι, το βιβλίο αναπτύσσεται γύρω από αυτό το έγγραφο και τη ζωή του ανθρώπου που το έγραψε, και παράλληλα γίνεται ανάλυση του φαινομένου των Φαναριωτών», αναφέρει.

«Ένα σημαντικό συμπέρασμα από αυτή τη μελέτη περίπτωσης είναι ότι η ελληνική ιστορία δεν ξεκίνησε ή τελείωσε με τη δημιουργία και τον σχηματισμό του ελληνικού κράτους. Αντίθετα, ο Ελληνισμός στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, που ήταν το περιβάλλον αναφοράς για τους Φαναριώτες, υπήρχε πριν από το 1821 και συνέχισε να υπάρχει μετά το 1821, με περίπλοκους τρόπους που άλλαξαν με την πάροδο του χρόνου.

«Νομίζω ότι αυτό το κομμάτι λείπει από τη συζήτηση για το 1821 φέτος, και αν το προσθέσουμε, θα προσθέσει σημαντικά νέα θέματα», παρατηρεί η κ. Φίλλιου, η οποία παρουσιάζει την άποψή της σε αυτό το ζήτημα σε διάλεξη στην ελληνική γλώσσα, με θέμα «Οι Φαναριώτες, οι Οθωμανοί, και το 1821: Οι σχέσεις, οι συγκρούσεις και η συμβίωση», στην Πολιτιστική Διαδικτυακή Πλατφόρμα Rembrandt and the Cat, σήμερα, 29/4 στις 19.00 μέσω Zoom.

Η Χριστίνα Φίλλιου εκτιμά ότι οι Φαναριώτες είναι μία περίπτωση «που δίνει επίσης τη δυνατότητα σύνδεσης της φετινής συζήτησης για το 1821 με αυτή που θα γίνει του χρόνου για το 1922».

ΑΠΕ

shares