Η πραγματική ζωή δεν χρειάζεται καλό σενάριο, αλλά καλό μοντάζ

Η ταινία «Η Γερμανίδα με το ποδήλατο», που θα προβληθεί μέσα στον Ιούνιο από το Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, περιγράφει τις εσωτερικές και εξωτερικές διαδρομές της Γαβριέλας, μητέρας του σκηνοθέτη Δομήνικου Ιγνατιάδη, από τη Στουτγκάρδη της Γερμανίας μέχρι την Αλεξάνδρεια της Ημαθίας. Διαδρομές γεμάτες μυστικά, πόνο, συγχώρεση κι αγάπη.

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο σκηνοθέτης «μιλά» για τη ζωή του. Η προηγούμενη ταινία του «Village Potemkin» -είχε κερδίσει το βραβείο της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου (ΠΕΚΚ) στο 19ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης- αναφερόταν στη δική του διαδρομή προς την απεξάρτηση. Η νέα του ταινία πηγαίνει πιο πίσω, στη ζωή της μητέρας του, ιδέα που «γεννήθηκε» με τον θάνατό της. «Το πένθος αποτελεί την κινητήρια δύναμη που με έβαλε σ’ αυτή τη διαδικασία και για μένα λειτουργεί το ίδιο όπως θα λειτουργούσε και ο έρωτας», λέει ο Δομήνικος Ιγνατιάδης στο ΑΠΕ-ΜΠΕ.

Μιλά για προσωπικές υποθέσεις καθώς, όπως εξηγεί, «είναι κόσμοι οικείοι και είχα τη δυνατότητα να τους παρατηρήσω. Σίγουρα δεν το έκανα για να λύσω κάποιο ψυχολογικό πρόβλημα, η σκηνοθεσία για μένα δεν θα λύσει αυτό το πρόβλημα», δηλώνει και προσθέτει ότι «η προσωπική έκθεση σε μια εποχή ανεξέλεγκτης διασποράς εικόνων παίζει και έναν πολιτικό ρόλο στην προσπάθεια κριτικής εγρήγορσης του κοινού απέναντι στην αθρόα κατανάλωσή τους».

Ταυτίζεται με τα λόγια του ντοκιμαντερίστα Michael Chanan ότι «η αλήθεια είναι πιο δυνατή από τη μυθοπλασία» και επισημαίνει ότι «η πραγματική ζωή δε χρειάζεται σενάριο, αλλά καλό μοντάζ».

«Όπως το Village Potemkin έτσι και τώρα η Γαβριέλα έχει σαν βασικό χαρακτηριστικό την ανάδειξη του σκηνοθέτη ως αυτοβιογραφικού δοκιμιογράφου με επιτελεστική διάσταση. Τι θέλω να πω με αυτό; Ότι τέτοιες ταινίες εγείρουν το ερώτημα, τι είναι γνώση, κατανόηση, τι συμβάλλει στην κατανόηση. Για μένα, η γνώση δεν μπορεί παρά να ενσωματώνεται και να βασίζεται σε ιδιαιτερότητες της προσωπικής εμπειρίας, εκτός από τα δεδομένα, για αυτό και διαλέγω να δουλεύω με μητροπολιτικούς ήρωες, δηλαδή ανθρώπους που γνωρίζω προσωπικά», επισημαίνει.

Εμπνεύστηκε για τον τρόπο προσέγγισης της ζωής της μητέρας του, από τα ημερολόγια και την αλληλογραφία που βρήκε μετά τον θάνατό της. «Έμαθα πολλά μυστικά που δεν τα ήξερα και αυτό με πείσμωσε παραπάνω να ξεκινήσω την ταινία γιατί στα μάτια μου ξαφνικά έγινε μια ηρωίδα και ήθελα να την συγχωρήσω μέσω αυτής της οδού, επειδή για πολλά χρόνια ένιωθα θυμό». Η μητέρα του, λέει ο ίδιος, είχε «αγκάθια στην καρδιά της πριν έρθει στην Αλεξάνδρεια, τα οποία “πυροδοτήθηκαν” από την ελληνική πραγματικότητα: την πατριαρχεία, την ομοφοβία, τον αρνητικό σχολιασμό και την παρενόχληση από άντρες, που έμενα προσωπικά με σόκαρε όταν το αντιλαμβανόμουν γιατί συνέβαινε πχ και όταν ήμασταν μαζί έξω για ψώνια».

Σήμερα, αφού έχει επεξεργαστεί καλύτερα αυτά τα δεδομένα, κατάφερε να κατανοήσει τις δυσκολίες της σε αυτήν την κοινωνία. «Αντιλαμβανόμενος καλύτερα τον εαυτό μου κατάφερα να μπω στη θέση της», εξηγεί και τονίζει ότι και ο ίδιος από τη διαδρομή Στουτγκάρδη- Αλεξάνδρεια Ημαθίας, τοποθετεί τον εαυτό του στη «no man land». «Νιώθω υβρίδιο από μικρός. Αφήνω πίσω τα ρατσιστικά σχόλια που δέχτηκα για την καταγωγή μου, το όνομά μου και τα σγουρά ξανθά μαλλιά μου. Με έσωσε πιστεύω το ψέμα, που το χρησιμοποιούσα για να επιβιώσω καθώς και η σωματοδομή μου. Ήμουν δυνατό παιδάκι».

«Περήφανος για τον πατέρα μου»

Στην πορεία και την εξέλιξή του καταλυτικό ρόλο έπαιξε ο πατέρας του, ο οποίος δε σταμάτησε να τον βοηθά. «Μπορεί να γκρίνιαζε αλλά πάντα στο τέλος ενέδιδε και αυτό γιατί πιστεύει σε μένα, αν και δεν το εκφράζει με τον λόγο», εξηγεί και δηλώνει περήφανος για τον πατέρα του, έναν άνθρωπο πολύ μπροστά από την εποχή του, όπως λέει. «Αποδέχτηκε και μεγάλωσε χωρίς καμία διάκριση ένα εξώγαμο παιδί σε μια κλειστή κοινωνία, αυτήν που μπορεί να κρύβει μια επαρχιακή πόλη. Επίσης ασχολήθηκε με τη βιολογική γεωργία, όταν όλοι εδώ τον κορόιδευαν ως γραφικό και φυσικά σήμερα επιβεβαιώνεται. Τέλος, πιστεύω πραγματικά ότι εάν δεν τον είχα δίπλα μου δεν ξέρω εάν θα τα κατάφερνα, ειδικά στην εξάρτησή μου με το αλκοόλ και τις ουσίες», σημειώνει.

Τιμή μου που συμμετέχω στην ιστορία του Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης

Ο Δομήνικος Ιγνατιάδης συμμετέχει για δεύτερη φορά στο «πρωτοκλασάτο», όπως χαρακτηρίζει το Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, τονίζοντας ότι σ’ αυτό το Φεστιβάλ, πριν από λίγο καιρό διοργανώθηκε διαδικτυακά η πρώτη Αγορά κινηματογραφικού φεστιβάλ στον κόσμο, καθώς και τώρα με την αγορά ντοκιμαντέρ πρωτοπορεί πάλι με την υβριδική οργάνωση που θα πραγματοποιηθεί online και σε φυσικούς χώρους. «Είναι τιμή μου που συμμετέχω στην ιστορία του», τονίζει και θα ήθελε η ταινία του, όπως λέει, να ταξιδέψει και σε ξένα φεστιβάλ όπως της Λειψίας, του Σαράγεβο, του Μόντρεαλ και του Ρότερνταμ.

Τον επόμενο χειμώνα εκτιμά ότι θα είναι έτοιμη η νέα του ταινία, το «Diavata Prison Blues», η οποία εμπνεύστηκε από την προτροπή που του έδιναν όταν δεν ήταν καλά, να βοηθάει κάποιον. «Η αγάπη είναι μια μορφή ευφυΐας. Ακόμα και τώρα που νιώθουμε όλοι ότι κινδυνεύουμε να διαλυθούμε, έχουμε την πίστη ότι αυτό δεν είναι το τέλος και αυτό μας κάνει να νιώθουμε ακόμα ζωντανοί. Γνωρίζουμε όλοι -θέλω να πιστεύω- ότι τίποτα στο κόσμο δεν έχει σημασία, εκτός από την αγάπη. Και έχουμε ήδη σπαταλήσει πολύ χρόνο χωρίς αυτήν».

Η ταινία «Gabriela-The German with the bicycle» θα προβληθεί στο ΣΙΝΕ ΝΑΤΑΛΙ την Τρίτη 29/6 στις 21:15. Θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα του Φεστιβάλ https://online.filmfestival.gr/, την επόμενη μέρα από τις 10:00 και έως το τέλος του Φεστιβάλ ή την εξάντληση των 500 θεάσεων.

ΑΠΕ