“Δώστε και σώστε” (του Δημήτρη Ιωαννίδη)

Μάνα, γιατί με γέννησες πριν τρεις δεκάδες χρόνια
και χάνω επιδόματα και κρατική συμπόνια;
Τι ατυχία πια κι αυτή ούτε ευρώ να πάρεις,
καθώς παραμεγάλωσες και είσαι τριαντάρης;
Πότε θα κάνεις διακοπές με κάρτα πληρωμένη,
ανέμελος σαν υπουργός, σωφέρ να περιμένει
και τρία πενηντάευρα να έχεις να ξοδεύεις,
για χαρτζιλίκι τους γονείς να μην τους πιλατεύεις;
Κι εμείς, του Γούνστοκ η γενιά, σβησμένοι απ’ το χάρτη,
ούτε πορείες κάναμε, ούτε κορωνοπάρτι.
Στο τζάμπα πια μας είχανε, τζάμπα κλεισμένοι μέσα,
μας θεωρούν νομοταγείς, με ήθος και με μπέσα!
Ευρώ δεν χρειαζόμαστε να μας επιδοτήσουν,
μας δίνουν μία σύνταξη και όσοι επιζήσουν.
Είναι και άλλα στρώματα λαού που θα ζηλέψουν,
ευρώ για κάθε τρύπημα βελόνας θα γυρέψουν.
Κανονικά θα έπρεπε όλες οι πενηντάρες
τρακόσια ευρώ να παίρνανε, σαν δυό εικοσιπεντάρες.
Διπλές τις χάρες έχουνε, το είπε και η Ρίτα,
διπλά ποσά χρειάζονται να είναι μεσ’ την τσίτα!
Επίδομα να έπαιρναν κι όλοι οι παντρεμένοι
που συντηρούνε πεθερές και σέντσι δεν τους μένει.
Που συντηρούνε και “φωλιά” για άλλη καρδερίνα
μέχρι να γίνουν τσακωτοί και μπουν σε καραντίνα!
Πλάκα θα έχει, στο εξής, επίδομα να δώσουν
διπλάσιο και τριπλάσιο, την θέση τους να σώσουν,
οι σύλλογοι των αρνητών, ιό που δεν φοβούνται,
να έχουμε εμφύλιο, πολλοί να επωφελούνται!
Πάντως, εμείς ευχόμαστε στους νέους που θα πάρουν
να είναι καλοφάγωτα, στις πλαζ να αριβάρουν!
Θα είναι πλέον άτρωτοι, ως εμβολιασμένοι,
το γλέντι που θα κάνουνε είναι αυτό που μένει…
Και οι γκρινιάρηδες εμείς θα τα δεχτούμε όλα,
με τα παιδιά δεν κάνουμε άσκοπη καραμπόλα!
Δ.Ι.