Πιο άδειο το λίγο κι από το τίποτα (της Μαρίας Κανδύλη)


Μοιάζει σαν εκείνες τις παλιές κιτρινισμένες εφημερίδες με τις τσαλακωμένες ειδήσεις που συνέβησαν κάποτε. Έναν άλλον καιρό, μίαν άλλη φορά.
Εκείνες που σκηνοθετικά δάχτυλα τους έδωσαν χαριστικά το ρόλο του περιτυλίγματος για εύθραυστα αντικείμενα.
Για να μη σπάσουν κατά την περιπετειώδη μεταφορά.
Κι όταν έφταναν στον προορισμό – πάντα- βιαστικοί αποδέκτες ξετύλιγαν τη χάρτινη αγκαλιά χωρίς ούτε μια ματιά να σκαλώνει στα ανεπίκαιρα νέα.
Μπορεί να έφταιγε το κίτρινο χρώμα τους.
Εξάλλου τί είδους μαντάτα μπορούν να αντέξουν στου χρόνου το ξεθώριασμα. Σ’ αυτή τη σκουριασμένη φθορά.
Κι εγώ τώρα παρατηρώ στο βάθος μιας ξεχασμένης χαρτόκουτας ένα μικρό, έναν τόσο δα στριμωγμένο ασύμμετρο κύλινδρο με την απόχρωση του λίγο και φαντάζομαι πως ανυπόμονα χέρια του έδωσαν αυτό το γεμάτο σχισμένες πτυχές τελεσίδικο σχήμα.
Μοιάζει πως για πολύ καιρό έδινε παραστάσεις σαν λίγο -δίχως κοινό- κι αυθόρμητα οι παλάμες ενώνονται για να συνθέσουν ένα ηχηρό χειροκρότημα.
Αντίκρυ το μεγάλο παράθυρό -που ξέρει όσα ξέρω και γω- ανοίγει με χάρη το ένα φύλο του αθόρυβα κλείνοντας σε μένα και τη χαρτόκουτα συνωμοτικά εκείνο το μάτι που βλέπει με την καρδιά.
Θέλει βλέπεις να μάθει -όπως θέλω να μάθω και γω- εάν μπορούν αυτές οι ανεπίκαιρες πτυχώσεις του λίγο ν΄ αλλάξουν χρώμα και σχήμα. Αν μπορούν επιτέλους να γίνουν του τίποτα τα κόκκινα γεμάτα φτερά.