“Διαφορετικοί από μένα” (της Στέλλας Καλαμπούκα)

Από την ανέκδοτη συλλογή διηγημάτων της Στέλλας Καλαμπούκα, “Μικρές Ιστορίες”.

“Παρακολουθώ ένα μπαλέτο. Η σκηνή είναι σκοτεινή, με βλάστηση πυκνή, σίγουρα κάπου εκεί μέσα ζουν τέρατα με αφτιά λύκου! Τους βλέπω να πηγαίνουν πέρα δώθε. Ή μήπως είναι αληθινοί λύκοι; Σφίχτηκα προς τον μπαμπά μου. Α! δυο κορίτσια είναι εκεί πάνω. Πώς να ανέβηκαν άραγε; Η μία είναι δεξιά και η άλλη αριστερά. Προχωρούν για να πλησιάσουν η μία την άλλη. Ο μπαμπάς σκεφτικός κρατά με το χέρι το κεφάλι του. Τα ρούχα που φορούν ανεμίζουν σαν καραβίσια  πανιά. Αναρωτιέμαι από πού έρχεται ο αέρας. Εμένα όμως και τον μπαμπά μου δεν μας πιάνει ο αέρας. Πάλι καλά, ποιος ακούει μετά τη μαμά μου να λέει: «Πάλι κρύωσες;».

«Μπαμπά, πειράζει να βάλω στο καράβι μου αυτό το χρώμα για πανιά;» είπα δείχνοντας τα κορίτσια στη σκηνή. Σαν κύμα είναι, σκέφτηκα. Επιτέλους, έφτασε η μία απέναντι στην άλλη. Και ναι, είμαι σίγουρος, αν και καθόμαστε λίγο μακριά, βλέπω να βγαίνουν τεράστια νύχια στα χέρια τους. Νομίζω θέλει η μία να ματώσει την άλλη, να την κάνει να πονέσει.

Κοιτάζω δεξιά κι αριστερά για να δω αν κάποιος άλλος ανησυχεί. Κανείς…  Ανακάθομαι στη θέση μου για να βλέπω καλύτερα. Και τότε τα νύχια μαζεύονται και αρχίζουν να πηγαίνουν η μία γύρω από την άλλη, να απλώνουν τα χέρια για να αγγίξει η μία την άλλη. Και μετά πετάνε ψηλά στη σκηνή και πέφτουν κάτω σχηματίζοντας μια ίσια γραμμή με τα πόδια.

Νομίζω ότι προσπαθούν πολύ για να μη φανεί ότι πονάνε, ούτε την ανάσα τους δεν αφήνουν να βγει. Αισθάνομαι ότι από στιγμή σε στιγμή κάτι κακό θα συμβεί. Τώρα έχει τόση ησυχία που σε κουφαίνει, όπως λέει και η μαμά μου. Σκύβουν τα κεφάλια σαν να ετοιμάζονται για εκτέλεση. Είχα δει κάποτε ένα έργο… δεν θέλω να το θυμάμαι, με τη σπάθα…

Τώρα μαζεύουν απαλά τα χέρια τους · ξαφνικά πετάγονται με τόση ορμή, που τινάζομαι κι εγώ απ’ τη θέση μου… Τρόμαξα, αλήθεια. Και ξαναρχίζουν να τρέχουν δεξιά κι αριστερά, πάνω κάτω, με τα φουστάνια τους να στροβιλίζονται σαν τρελά γύρω από το σώμα τους.

Ο ιδρώτας μου μουσκεύει τη ραχοκοκαλιά. Πού θέλουν να πάνε αυτά τα κορίτσια και δεν μπορούν; Μήπως να τους ρωτούσα; Αλλά πώς να πάω ως εκεί;

Έψαξα για τη μαμά μου. Πολλές φορές τη βλέπω που κρύβεται για να παίξουμε κρυφτό, αλλά ποτέ δεν παίξαμε… Τώρα δεν τη βλέπω πουθενά. Πετάγομαι από τη θέση μου –όταν έκανα κάτι που δεν έπρεπε, πάντα εμφανιζόταν– και φωνάζω «σταματήστε τη μουσική». Η μαμά μου δεν εμφανίστηκε, η μουσική σταμάτησε και ο μπαμπάς μου με ρώτησε γιατί το έκανα αυτό. Δεν ήξερα τι να του πω.

Ευτυχώς για μένα, σταμάτησαν. Τώρα πιάνονται χέρι χέρι, κοιτάζονται με χαρά δείχνοντας τα άσπρα δοντάκια τους – θυμήθηκα τους καρχαρίες, που κι εκείνοι δείχνουν τα δοντάκια τους… και κρατς κόβουν όποιον βρούνε μπροστά τους. Ωχ… θα κάνω εμετό… νάτο… ανεβαίνει…  όχιιιιι…  Σηκώθηκα πάλι κλαίγοντας.

«Θέλω να ξεράσω! Κορίτσια, σταματήστε!!! Δεν θέλω να  ξεράσω το ωραίο  μου μπιφτέκι». Κάποιος με τράβηξε και με κάθισε κάτω, ο μπαμπάκας μου. «Ησύχασε, ένας χορός είναι μόνο», είπε.

Τα κορίτσια φεύγουν από εκεί πάνω κι εγώ κοιτάζω τον μπαμπά μου. Εγώ τον χορό τον ήξερα αλλιώς. Κάθε βράδυ, πριν κοιμηθώ, η μαμά μου λέει: «Έλα, άγγελέ μου, να χορέψουμε με μια αγκαλιά». Αυτό που έκαναν τα κορίτσια αγκαλιαστό δεν ήταν…

Τα φώτα σβήνουν… Ίσως πάνε να κοιμηθούν, σκέφτηκα. Τώρα ξανανοίγουν. Θα το μετάνιωσαν… Πάνω στη σκηνή πάλι τα δυο κορίτσια…  και κάποια αγόρια. Ο ένας πειράζει τον άλλον, τρέχοντας πάνω σ’ αυτό… πώς το ’πε ο μπαμπάς. «Το βρήκα! Σκηνή λέγεται!!!» φωνάζω και ανασηκώνομαι  λίγο. Και τότε βρίσκουν την  ευκαιρία τα ποπ κορν που κρατώ σφιχτά στο χέρι –μου το ’χαν πει οι γονείς μου: «Δεν τρώνε ποπ κορν, αγαπούλα»–  να σκορπιστούν και να προσγειωθούν  στα μαλλιά της μπροστινής μου, που όλη την ώρα με ενοχλούσαν. Είναι πολύ όμορφα, σαν να ’χει πέσει πάνω τους χιόνι. Άπλωσα σιγά σιγά το χέρι μου για να τα χαϊδέψω, είναι πολύ ωραία έτσι όπως έχουν κολλήσει πάνω στα μαλλιά της.

Το χέρι του μπαμπά μου πάλι κρατά το δικό μου∙ με κοιτάζει με κείνο το βλέμμα τόσο λυπημένα, που δεν κατάλαβα ποτέ γιατί. Σκύβω το κεφάλι για να μη βλέπω τα μάτια του, τα φοβάμαι λίγο, μόνο λίγο. Φτου! Έτσι όπως έσκυψα δεν βλέπω και τόσο καλά. Τα κορίτσια ξαναρχίζουν να τρέχουν, όπως πριν. Κάτι λένε, αλλά είναι τόσο δυνατή η μουσική, που κι αυτοί εκεί πάνω δεν ακούν τι λέει ο ένας στον άλλο, μόνο τσιρίζουν όλοι μαζί.

Ξαφνικά μου γεννιέται η ιδέα να ανέβω για να ακούσω τι λένε, πηγαίνοντας μια στον έναν μια στον άλλο για να λύσω το θέμα. Δεν προλαβαίνω όμως… «Διάλειμμα», φωνάζει κάποιος. Ο μπαμπάς μου λέει να βγούμε στο φουαγιέ. Του λέω ότι είμαι πολύ στενοχωρημένος και θα μείνω στη θέση μου. «Εγώ θα πάω στην τουαλέτα. Εσύ μείνε εδώ», μου λέει και με κοιτάζει πάλι με εκείνο το βλέμμα που, όποτε το αντικρίζω, στενοχωριέμαι πολύ…

Ευτυχώς έμεινε και η μπροστινή να μου κάνει παρέα. Ουφ! τώρα κατσούφιασα… Έπρεπε να πάω με τον μπαμπά μου, σκέφτηκα. Πεινάω, τελείωσαν και τα ποπ… α!!! έχω όμως αυτά που μπλέχτηκαν μέσα στα μαλλιά της μπροστινής… χα χα!!!

Σέρνομαι στην άκρη της πολυθρόνας για να φτάσω καλύτερα… οπ… πιάνω το ένα και με μεγάλη χαρά το ρίχνω μέσα στο στόμα μου, στη μικρή λιμνούλα με τα 32 παπάκια… μμ… ουπς… μπλιακς… λακ! Το φτύνω και σκουπίζω με την ανάποδη του χεριού μου πολύ καλά το στόμα μου – πάντα μου τόνιζαν να σκουπίζω καλά το στόμα μου. Ας πάρω άλλο ένα που μπάνισα… και είναι το πιο μεγάλο! Τώρα τα δάχτυλά μου πρέπει να κάνουν ειδική διαδρομή… Αρχίζω να καταστρώνω το σχέδιο: ο δείκτης με τον παράμεσο αργά αλλά σταθερά μπαίνουν μέσα στα κολλημένα μαλλιά της κυρίας και… τσουπ… το πιάνω, το τραβάω, όμως βγαίνουν μαζί και πολλά μαλλιά… «Βοήθεια, μπαμπά!!!» φωνάζω. Τότε γυρίζει η μαντάμ και βλέπω ένα χέρι να έρχεται να μου πάρει το ποπ κορν. Το βάζω γρήγορα στο στόμα μου και το χέρι της πέφτει στο μάγουλό μου… Δεν ξέρω γιατί να κλάψω, για το  χέρι ή γιατί η μικρή λιμνούλα μου δεν ήθελε το ποπ κορν… Οι τρίχες μπερδεύονται με τα 32 παπάκια. Το στόμα μου ανοίγει και η μικρή λιμνούλα βγάζει νερό προς τα έξω. Η κυρία λυπάται που το χέρι της προσγειώθηκε στο μάγουλό μου και τώρα με σκουπίζει και με κοιτάζει όπως με κοιτάζουν οι γονείς μου.

Ευτυχώς ήρθε ο μπαμπάς μου και με έσωσε. Βγάζει τα μαλλιά της κυρίας από τα 32 παπάκια και κοιτάζει πολύ προσεκτικά τη λιμνούλα μου. Με παρακαλεί να πάμε στο μπάνιο, αλλά έχω κολλήσει, δεν θέλω να σηκωθώ, νιώθω κάτι άσχημο μες στη μικρή μου καρδιά.

Κάποτε η γιαγιά μου μου είχε πει πως, όταν νιώθω έτσι, να τραγουδώ και να χορεύω, αλλά δεν μπορούσα να κάνω ούτε το ένα ούτε το άλλο.

Η κυρία επιστρέφει στη θέση της. Ο μπαμπάς σταυρώνει τα χέρια και μετά πιάνει το πιγούνι του. Εγώ κοιτάζω τα ποπ κορν που δεν κατάφερα να βγάλω από τα μαλλιά της. Τα φώτα ξανακλείνουν! Ανάβουν μόνο κάποια στη σκηνή. Τώρα βρίσκονται επάνω δυο πολύ μεγάλες κυρίες, μου θυμίζουν τις αγαπημένες μου φαλαινίτσες,  όμως μαλώνουν κι αυτές. Τι να είχε γίνει πριν και μαλώνουν; Δεν θυμάμαι… Μήπως τα δυο μικρά κορίτσια που μάλωναν στην αρχή… Μήπως είναι οι μαμάδες τους;

Προσπαθώ να καταλάβω τη γλώσσα τους, που είναι πέρα για πέρα ακαταλαβίστικη. Να… τώρα πιάνονται από τα μαλλιά… Πώς είναι δυνατόν αυτή η σκηνή να αρέσει σε όλους; Γλιστρώ απ’ τη θέση μου κι απ’ τον μπαμπά μου και τρέχω στη σκηνή. Είναι όμως τόσο το σκοτάδι, που πέφτω κάτω και μένω ακίνητος… κόκαλο! Δυο χέρια με σηκώνουν και με ανεβάζουν στη σκηνή τραγουδώντας και δείχνοντάς με. «Μπαμπά, είμαι εδώ, δεν χάθηκα!!!» φωνάζω και σηκώνω το χέρι μου για να με δει. Τον  βλέπω χαρούμενο και αναρωτιέμαι: για να είναι χαρούμενος, πρέπει να πέφτω και δυο κυρίες να με σηκώνουν.  Τώρα που βλέπω καλύτερα, βλέπω τη μαμά μου !!! Αχ αχ φανερώθηκες επιτέλους , χαμογελάει . Ωραία, έρχονται προς τα εμένα, επιτέλους θα πάμε σπίτι. “Δεν πιστεύω μαμά να θες να δεις την παράσταση”! φώναξα πολύ για να με ακούσει .

Χαμογελά!! “Σπίτι”!!!!!

‘Επεσα στην αγκαλιά των κοριτσιών για να τους χαιρετίσω, και όλων όσων ήταν στην σκηνή και έτρεξα στην αγκαλιά της μαμάς μου ….

Παιδιά ήταν ωραία τελικά όσο και αν τρόμαξα . Θα τα πούμε στην άλλη περιπέτεια.

Στέλλα Καλαμπούκα

Επιμέλεια: Μαρία Σέκιου