Αλέξης Γούδας: “Ο τελευταίος Τσάρλι” (podcasts)

Το “Καθαρό νερό” είναι μια σειρά από podcasts,  ηχογραφημένα κείμενα, που αναρτώνται κατά καιρούς στο προσωπικό blog του Αλέξη Γούδας. Ιστορίες και άλλα περιστατικά που συνέβησαν ή θα συμβούν μέσα από τον κύλινδρο του πλάστη χρόνου.

“Ο τελευταίος Τσάρλι”

Όταν γεννήθηκε ο Ζήνων και τον φέρανε στο σπίτι από το μαιευτήριο, ο Τσάρλι ήταν ήδη εκεί και τον περίμενε. Δεν τον περίμενε ακριβώς γιατί δε γνώριζε την άφιξη του νέου μέλους ωστόσο κάτι είχε διαισθανθεί, βλέποντας και τη συμπεριφορά της εγκυμονούσας μητέρας. Ο γιατρός την είχε συμβουλέψει να αποφεύγει τους σφιχτούς εναγκαλισμούς και τις απότομες κινήσεις και έτσι διακριτικά παραμέριζε τις αγάπες μαζί του. Ο Τσάρλι ήταν δύο ετών τότε. Καθαρόαιμο golden retriever. Tο είχε υιοθετήσει ο πατέρας από καταφύγιο καθότι κάποιοι Άγγλοι ιδιοκτήτες είχαν ήδη 3 σκυλιά και το δώριζαν.

Τον πρώτο καιρό στην κούνια πήγαινε από πάνω και μύριζε τον Ζήνωνα σα να ΄γραφε αόρατο κώδικα, τον κοιτούσε επίμονα ανάμεσα από τα ξύλα και συχνά έσερνε το σώμα του για να χωρέσει και να κοιμηθεί από κάτω. Όταν ο μικρός ξεκίνησε να περπατάει θαρρείς πως είχε αναλάβει την επίβλεψη, εκεί σε κάθε του βήμα. Αργότερα κάθε μεσημέρι μπάστακας στην είσοδο να τον περιμένει να γυρίσει από το σχολείο, να κυλιστούν παρέα στο πάτωμα σα να ‘χαν να ιδωθούν μήνες. Καμιά φορά καβγαδίζανε για ψύλλου πήδημα, γυρνούσε ο Τσάρλι για ανακωχή, στεκόταν στα όρια της πόρτας με το ένα πόδι σηκωμένο, «έλα» του ‘λεγε ο Ζήνων και πηδούσε πάνω του  σα να ‘παιρνε το πιο σπουδαίο δώρο. Ο ένας μεγάλωνε τον άλλον. Ώσπου μια μέρα ο Τσάρλι έκλεισε τα μάτια του λόγω βαριάς αρρώστιας, όπως τους είχε ενημερώσει ο κτηνίατρος. Να ήταν δώδεκα τότε, ένα μεσημέρι που ο Ζήνων δεν ξέρω αν το ξέχασε ποτέ του.

Δεν είχε περάσει εξάμηνο και ο Ζήνων ξεκίνησε να ψάχνει αγγελίες στο διαδίκτυο. Ο πατέρας του ‘λεγε ”άστο βρε Ζήνωνά μου για λίγο αργότερα ” ο Ζήνων επέμενε . Ο δεύτερος Τσάρλι ήρθε κουτάβι. Ο Ζήνων ξέροντας πια είχε ετοιμάσει ειδικό χώρο με κρεβατάκι στο δωμάτιό του. Τα βράδια πήγαινε και τον κοιτούσε επίμονα και του χάιδευε το πρόσωπο σα να ‘γραφε αόρατο κώδικα. Πολλές φορές η μητέρα του, τους έβρισκε να κοιμούνται αγκαλιά στο κρεβάτι. Είχαν γίνει αχώριστοι  και διάσημο δίδυμο στη γειτονιά. Στο δε γήπεδο μπάσκετ ο Τσάρλι στεκόταν υπομονετικά και περίμενε τον Ζήνωνα να τελειώσει το παιχνίδι, στεκούμενος ακριβώς στα όρια του αγωνιστικού χώρου. Σκόραρε ο Ζήνων, γάβγιζε ο Τσάρλι.

Ο Ζήνων πέρασε στο Πανεπιστήμιο στη Φιλοσοφική και η διαφωνία με τους γονείς του ήταν έντονη για το αν θα πρέπει να πάρει τον Τσάρλι μαζί του. Αποφάσισαν αρχικά να μοιράσουν τον χρόνο τουλάχιστον για το πρώτο εξάμηνο. Ένα βράδυ ο Ζήνων μπήκε στο νοσοκομείο για τροφική δηλητηρίαση από ληγμένο φαγητό και ο Τσάρλι έκλεισε τα μάτια του από φόλα που κάποιοι ανεγκέφαλοι πετούσαν στις αυλές εκείνο τον καιρό. Ο Ζήνων γύρισε με το πρώτο λεωφορείο να χαιρετήσει τον φίλο του και δεν ξέρω αν ξέχασε ποτέ του εκείνο το ταξίδι.Ήταν πολλά τα βράδια από τότε που στον ύπνο του έρχονταν μαζί και οι δυο Τσάρλι , του χαμογελούσαν και τον τύλιγαν με τα πόδια τους.

Οι σπουδές συνεχίστηκαν στην Σκωτία για μεταπτυχιακό. Το κλίμα δεν ευνοούσε τους περιπάτους, έβρεχε συνέχεια, έκανε κρύο, οι υποχρεώσεις στη σχολή απαιτούσαν χρόνο, το σπίτι του Ζήνωνα μια φοιτητική τρύπα. Μα παρόλα αυτά όλη η γειτονιά χαμογελούσε όταν τους έβλεπε να περπατάνε παρέα φορώντας αδιάβροχα, απτόητοι κατουρώντας τις γωνίες. Ο Ζήνων και ο Τσάρλι ο τρίτος.

«Τσάρλι ιζι μποι» καθότι ο Τσάρλι μεγαλωμένος σε Σκωτσέζικο petshop για κάποιους μήνες.

Τα golden retriever  είναι σκυλιά μεσαίου προς μεγάλου μεγέθους. Το τρίχωμα τους είναι ίσιο ή ελαφρώς κυματιστό. Ο χρωματισμός που συναντάται πιο συχνά είναι οι αποχρώσεις του χρυσαφί, του κρεμ και πιο σπάνια το ανοιχτό καφέ. Η ιδιοσυγκρασία τους είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα της ράτσας και περιγράφεται ως “ευγενική, φιλική και με αυτοπεποίθηση”. Είναι πολύ καλό οικογενειακό κατοικίδιο και τα πηγαίνει καλά με τα παιδιά. Συμπεριφέρεται εξίσου καλά και στους ξένους εκτός από τα γνωστά του πρόσωπα. Το γεγονός αυτό δεν τα κάνει καλούς φύλακες.

Η διαμονή στη Σκωτία διήρκησε 6 χρόνια όσα και η κοινή ζωή με τον Τσάρλι τον τρίτο. Γιατί μια μέρα ο Ζήνων γύρισε σπίτι και το βρήκε άδειο. Κλέφτες  πήρανε τα πάντα και μαζί και τον Τσάρλι.

Στην Ελλάδα όμως δε γύρισε μόνος αλλά μαζί με την μέλλουσα σύζυγο. Γνωρίστηκαν σε ένα πάρκο που η Έλλη σταμάτησε γοητευμένη από τα τερτίπια του Τσάρλι, που την προέτρεπε να τον κυνηγήσει. Εκείνη τη βόλτα νομίζω πως ο Ζήνων δε θα την ξεχάσει ποτέ.

Αργότερα  παντρεύτηκαν απέκτησαν και δυο παιδιά. Ο Ζήνων έκρινε καλό να φτιάξει πεντάδα. Λείπει το πλέι μέικερ έλεγε. Ο Τσάρλι ο τέταρτος ήρθε μεταγραφή. Αυτός ήταν πολύ ρωμαλέος, πιο μεγαλόσωμος και πιο ζημιάρης. Ανακάτευε όλο το σπίτι, έμπαινε στο μπάνιο βρεχόταν μόνος του και κυκλοφορούσε μόνιμα με κάποιο λάφυρο στο στόμα που πάντα το εναπόθετε στα πόδια του Ζήνωνα και έφευγε λες και ξεπλήρωνε κάποιο χρέος περασμένο η μελλοντικό.  Αυτός ο Τσάρλι έζησε μέχρι τα δεκάξι. Έφυγε από γηρατειά. Μια νύχτα που όλοι κοιμόνταν μπήκε στην κρεβατοκάμαρα και άφησε στο προσκεφάλι του Ζήνωνα το λουρί της βόλτας. Μετά ξεψύχησε ήρεμα στη γωνίτσα του. Ο Ζήνων ξύπνησε με το λουρί στο μαξιλάρι και αυτό το πρωινό νομίζω πως δε θα το ξεχάσει ποτέ.

Το λουρί έκανε κλικ στο λαιμό του πέμπτου Τσάρλι μετά από λίγους μήνες. Τα παιδιά είχαν φύγει για σπουδές και ο χώρος ήταν πολύ άδειος. Ο Τσάρλι ο πέμπτος… η πέμπτη συγκεκριμένα ήταν παρούσα σε σημαντικά γεγονότα.

Στον χωρισμό του με την Έλλη, στην εγχείρηση στο πάγκρεας, στην αποθεραπεία ακοίμητη φρουρός του. Η Τσάρλι άκουγε ειδήσεις με προσοχή, έβλεπε μπάσκετ, δοκίμαζε κρασιά, υποδεχόταν φίλους σαν άλλη οικοδέσποινα. Μαζί βγαίνανε παντού είχαν συγχρονίσει και τα ωράριά τους. Όλοι στο τηλέφωνο ρωτούσαν και για εκείνη. Έζησε και αυτή μέχρι τα δεκατέσσερα περίπου. Έφυγε ένα μεσημέρι στον ύπνο της ξαπλωμένη στη μεριά της Έλλης.

Ο Ζήνων έμεινε μόνος. Μετά από καιρό, ένα βράδυ πήρε ένα βιβλίο και κάθισε στο τζάκι. Συνειδητοποίησε πως είχε ξεχάσει τα γυαλιά πρεσβυωπίας και φώναξε αυθόρμητα ” Τσάρλι τα γυαλιά ”. Ο ήχος της φράσης ακούστηκε σαν ηχώ πολλές φορές στο σπίτι. Ξαφνικά όλοι οι Τσάρλι έβγαιναν από τα δωμάτια χαμογελαστοί και πηδούσαν πάνω στον Ζήνωνα. Άλλος του άφηνε λάφυρα στα πόδια, άλλος το λουρί, άλλος στεκόταν με το ένα πόδι στον αέρα και περίμενε …

Μέχρι που φάνηκε και η Έλλη με τα γυαλιά στα χέρια και του τα ‘δωσε μαζί με ένα φιλί. Ακολούθησαν και τα παιδιά μα και ο Ζήνωνας σε μικρή ηλικία που έπαιζε με τα σκυλιά. Τότε το δωμάτιο άρχισε να παίρνει ένα χρώμα στις αποχρώσεις του χρυσαφί του κρεμ ή του ανοιχτού καφέ, οι τοίχοι κυμάτιζαν και η φλόγα από το τζάκι ανεβοκατέβαινε σα γλώσσα. Ο Ζήνων χαμογέλασε και έκλαψε ταυτόχρονα με έναν περίεργο λυγμό να του φουσκώνει το λαρύγγι. Δεν ξέρω αν θα ξεχάσει ποτέ αυτή τη στιγμή.

Το άλλο πρωί αποφάσισε να πάρει τηλέφωνο στο καταφύγιο.

Ο έκτος Τσάρλι ήταν ήδη τριών και εκπαιδευμένος. Και σίγουρα ήταν μια μεγάλη βοήθεια για τον Ζήνωνα γιατί παρόλο που στεκόταν στα πόδια του καλά και το πάρκινσον ήταν ελεγχόμενο, χρειαζόταν ένα στήριγμα. Ο Τσάρλι κουβαλούσε τα πάντα και καταλάβαινε όλες τις ανάγκες του Ζήνωνα. Τα βράδια στεκόταν δίπλα στο κρεβάτι του και τον κοιτούσε επίμονα. Τον μύριζε σα να ‘γραφε αόρατο κώδικα και πολλές φορές για να είναι κοντά σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης χωνόταν κάτω από το κρεβάτι χωρίς να κοιμάται. Τις μέρες που ο Ζήνων γυρνούσε από τη φυσιοθεραπεία τον περίμενε μπάστακας στην είσοδο της πολυκατοικίας να κατέβει από το βαν. Σα να ‘χαν να ιδωθούν μήνες.

Ώσπου ένα βράδυ κάποια χρόνια αργότερα ο Ζήνων έκλεισε τα μάτια του. Ο Τσάρλι ο τελευταίος με έναν λυγμό συντριβής πήγε μέχρι το πιάτο με το νερό του, κουβάλησε λίγο στην κούπα της γλώσσας του και καθάρισε το πρόσωπο του Ζήνωνα χωρίς να καταφέρει να τον ανακτήσει. Και νομίζω πως αυτή τη στιγμή δε θα την ξεχάσει ποτέ.

Γιατί σε κάθε Τσάρλι αντιστοιχεί ένας Ζήνωνας και σε κάθε Ζήνωνα περίπου έξι Τσάρλι.