Ο φόρος άνθρακα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (του Νίκου Ρίζου)


Η ΕΕ, ανακοίνωσε την εφαρμογή διασυνοριακού φόρου άνθρακα στα προϊόντα από το 2026. Ο διασυνοριακός μηχανισμός άνθρακα CBAM, θα έχει την μορφή της επιβάρυνσης επί των ρυπογόνων προϊόντων, με στόχο την προστασία των ευρωπαϊκών εταιριών που αντιμετωπίζουν υψηλότερες τιμές ρύπων. Το πρώτο κράτος που αντέδρασε ήταν η Κίνα, που δια του εκπροσώπου της του Κινεζικού Υπουργείου Οικολογίας και Περιβάλλοντος, σε συνέντευξη τύπου δήλωσε : «παραβιάζει τις αρχές του ΠΟΕ, και θα υπονομεύσει σοβαρά την αμοιβαία εμπιστοσύνη στην παγκόσμια κοινότητα και τις προοπτικές της παγκόσμιας οικονομικής ανάπτυξης. Κάθε χώρα πρέπει να λαμβάνει υπόψη το επίπεδο οικονομικής της ανάπτυξης και η επιβάρυνση αποτελεί δασμό που θα επηρεάσει αρνητικά την προθυμία και την ικανότητα των χωρών να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα».
Δύο είναι τα ζητήματα που θέτει η Κίνα. Το πρώτο είναι ότι δεν λαμβάνεται υπόψη ο διαφορετικός ρυθμός ανάπτυξης της κάθε χώρας και το δεύτερο είναι ότι ο φόρος άνθρακα αντίκειται στις αρχές και τους κανόνες του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου.
Όσον αφορά το πρώτο ζήτημα το πρόβλημα ήδη έχει αντιμετωπιστεί από το πρωτόκολλο του Κυότο και την Διεθνή Σύμβαση του Παρισιού, όπου έχουν κατανεμηθεί τα ποσοστά ανάλογα με τον ρυθμό ανάπτυξης της κάθε χώρας με ειδική πρόβλεψη για τις υπό ανάπτυξη χώρες. Για τις χώρες της ΕΕ, η κατανομή έγινε ως ΕΕ. Στην συνέχεια η ΕΕ, έκανε κατανομή των ρύπων ανά χώρα, εκδίδοντας και τους αντίστοιχους Κανονισμούς τους οποίους δυστυχώς απέκρυπταν μέχρι πρόσφατα οι Ελληνικές κυβερνήσεις. Παράλληλα η κάθε χώρα του πλανήτη, η Ελλάδα με τον Ν 3017/30-5-2002, επικύρωσαν με εθνικούς νόμους , την κύρωση του Πρωτοκόλλου του Κυότο στην Διεθνή Σύμβαση Πλαίσιο του ΟΗΕ, για την αλλαγή του κλίματος. (Οι ελληνικές κυβερνήσεις απέκρυπταν από τον ελληνικό λαό ακόμη και τον νόμο 3017/2002, που ψήφισαν οι ίδιες). Η ΕΕ, οικειοθελώς επιτάχυνε την μείωση των ρύπων τόσο ποσοτικά όσο και χρονικά με ορίζοντα το 2030. Προκειμένου να υλοποιήσει τους νέους στόχους προγραμματίζει την επιβολή φόρου άνθρακα στα ρυπογόνα προϊόντα, από τις 1/1/2026. Άρα στο πρώτο ζήτημα έχει λάθος το Υπουργείο Περιβάλλοντος της Κίνας διότι λαμβάνεται υπόψη ο ρυθμός ανάπτυξης των χωρών.
Όσον αφορά το δεύτερο ζήτημα ότι ο φόρος αποτελεί μέτρα ισοδυνάμου με τους δασμούς αποτελέσματος και αντίκειται στους κανόνες του παγκόσμιου εμπορίου. Ο φόρος άνθρακα δεν αποτελεί δασμό και διακριτή μεταχείριση εις βάρος των εισαγομένων εμπορευμάτων, διότι: α) ο φόρος θα πλήττει τόσο τα εισαγόμενα όσο και τα κοινοτικά παραγόμενα επομένως δεν αποτελεί διακριτή μεταχείριση, διότι δεν διαχωρίζει ούτε χώρες ούτε συγκεκριμένα προϊόντα. Πλήττει αδιακρίτως εισαγόμενα και κοινοτικά παραγόμενα. Β) Στην ΕΕ, λειτουργεί χρηματιστηριακή αγορά ρύπων όπου τα δικαιώματα άνθρακα σήμερα διαπραγματεύονται 48 – 50 ευρώ ανά τόνο άνθρακα. Ενώ στο προσφάτως συσταθέν χρηματιστήριο ρύπων της Κίνας τα δικαιώματα ρύπων διαπραγματεύονται σήμερα στα 10 ευρώ ο τόνος.
Γιατί συμβαίνει αυτό; Διότι η Κίνα έδωσε υπερβολικά υψηλά όρια απαλλαγών ρύπων στις επιχειρήσεις με αποτέλεσμα η ζήτηση να είναι χαμηλή. Επομένως η Κίνα χρησιμοποιεί έμμεση επιδότηση στις επιχειρήσεις της προκειμένου να είναι ανταγωνιστικές στις διεθνείς αγορές. Πουλούν οι επιχειρήσεις της Κίνας με τιμές dumbing πράγμα που απαγορεύεται από τους κανόνες του ΠΟΕ. Επομένως η επιβολή φόρου άνθρακα στην ΕΕ, πέραν των άλλων δικαιολογείται και ως δασμοί αντιντάμπιγκ, εξουδετέρωσης των επιδοτήσεων είτε άμεσων είτε έμμεσων.
Επομένως οι ισχυρισμοί τα Κίνας όχι μόνο στερούνται οποιασδήποτε οικονομικής και νομικής βάσης αλλά αντίθετα αυτή είναι που παραβαίνει τις διεθνείς συμβάσεις και συμφωνίες.
Υπάρχει όμως ένα πρόβλημα που αφορά την ανταγωνιστικότητα των κοινοτικών επιχειρήσεων. Η εσπευσμένη υλοποίηση των περιβαλλοντικών στόχων, ενώ εξισορροπεί την ανταγωνιστικότητα εντός της ΕΕ, μεταξύ κοινοτικών εμπορευμάτων και τρίτων χωρών, δεν θα συμβεί το ίδιο στις εξαγωγές των εμπορευμάτων της ΕΕ, προς τις τρίτες χώρες. Η Κίνα για παράδειγμα στις εμπορικές συναλλαγές με τις υπόλοιπες χώρες του πλανήτη θα μπορεί να συνεχίζει να πουλάει με χαμηλό κόστος άνθρακα σε χαμηλές τιμές εν αντιθέσει με τα κοινοτικά προιόντα τα οποία είναι σαφώς ακριβότερα, εκτοπίζοντας τα κοινοτικά προϊόντα από τις διεθνείς αγορές. Επομένως δεν αρκεί η ρύθμιση του φόρου άνθρακα εντός της κοινότητας μόνο αλλά να δημιουργηθεί ένα διεθνές πλαίσιο πριν πληγεί ανεπανόρθωτα η ανταγωνιστικότητα της ΕΕ, μετά το 2026. Βασικό είναι η διεθνής τιμολόγηση των δικαιωμάτων ρύπων και όχι η περιφερειακή όπως είναι τώρα. Επιβάλλεται η τροποποίηση του Πρωτοκόλλου του Κυότο και της Διεθνούς Σύμβασης Πλαίσιο του ΟΗΕ, για την αλλαγή του κλίματος, προκειμένου να εναρμονίσει τα δικαιώματα εμπορίας ρύπων, διαφορετικά θα επωμιστούν αποκλειστικά οι κοινοτικοί πολίτες και οι κοινοτικές επιχειρήσεις το διεθνές κόστος των ρύπων προς όφελος όλων των άλλων κρατών.