Ξυπόλητος (της Μαρίας Κανδύλη)

Αργότερα είπε πως το καλοκαίρι τον φώναξε με τη διαδικασία
του κατεπείγοντος γι αυτό έφυγε δίχως αποσκευές.
Όμως η αλήθεια ήταν πως δεν ήθελε να ξυπνήσει εκείνη που
τόσο ήσυχα είχε αποκοιμηθεί χρόνια τώρα σε μια πτυχή της καρδιάς του.
Πολλές φορές αγαπούσε ν’ ακούει την ρυθμική της ανάσα και
να φαντάζεται πως με κάθε εκπνοή απελευθερώνονταν κι ένα της όνειρο.
Έτσι λοιπόν έφυγε με τα ρούχα που φόραγε κρατώντας στα χέρια του ένα ζευγάρι αθόρυβα πάνινα ιδανικά για μάταιες περιπλανήσεις που μάλλον ήταν λευκά για να μην αφήνουν κανένα αιχμηρό αποτύπωμα.
Όταν το ρολόι του χρόνου με ζηλευτή ακρίβεια τριών χτύπων
μετακινήθηκε στην εποχή την επόμενη είχε ήδη χάσει αναρίθμητες εκπνοές κι όνειρα και το ήξερε έστω κι από τόσο μεγάλη απόσταση.
Κι έτσι όπως τώρα κρατούσε επιστρέφοντας μια ελαφριά
βαλίτσα γεμάτη μάταιες περιπλανήσεις που ανάμεσα τους
είχε στριμώξει τα ακόμα κατάλευκα αθλητικά εισιτήρια,
μοναδικός του φόβος ήταν μη τυχόν όλον αυτόν τον καιρό που
αυτός έλειπε, εκείνη είχε πλέον ξυπνήσει.
Μαρία Κ.