Τι παίρνεις από ένα σπίτι που καίγεται; (της Άρτεμης Φραδέλου)

…Για κάποιο λόγο μετά μου ήρθαν διάφορα ασήμαντα στο μυαλό, που δεν ήξερα καν τι να τα κάνω έτσι που τα σκεφτόμουν. Θυμάμαι ας πούμε ότι όταν μπήκα σπίτι τελευταία φορά κρατούσα τις σακούλες του σούπερ μάρκετ και δεν άφησα τα κλειδιά εκεί που τα αφήνω συνήθως, αλλά στην κουζίνα. Στάθηκα πάνω από το τραπέζι και παράτησα εκεί πάνω ό,τι βαστούσαν τα χέρια μου. Σακούλες, κινητό, κλειδιά, το λογαριασμό που βρήκα μπαίνοντας στο ταχυδρομικό κουτί, όλα ανάκατα.
Το ταχυδρομικό κουτί γιατί το άνοιξα άραγε; Μέσα στον πανικό να γυρίσω γρήγορα σπίτι, πώς μου ήρθε να ανοίξω το κουτί; Να πάρω τι; Την αλληλογραφία μου; Τι να την κάνω; Η αλληλογραφία μου έλειπε; Ποιος ξέρει; Έκανα διάφορα αλλοπρόσαλλα εκείνες τις στιγμές. Ας πούμε, προσπάθησα να ανοίξω την τηλεόραση να δω ειδήσεις, ενώ ήξερα ότι έχει κοπεί το ρεύμα. Μου το είχε πει ο θείος.
“Παιδί μου, πού είσαι;”
“Μόλις γύρισα από διακοπές θείε, σταμάτησα λίγο στο σούπερ, το σπίτι είναι άδειο.”
“Δεν έχεις ακούσει ειδήσεις;”
“Για τη φωτιά; Έφτασε σε μας;”
“Παιδί μου, μήπως να πας σπίτι να μαζέψεις τίποτα πράγματά σου και να έρθεις από εδώ;”
“Έφτασε σε μας;;;”
Είχε κολλήσει το μυαλό μου. Φυσικά και έφτασε. Γι αυτό και κόμπιαζε ο θείος και του έβγαιναν μισά τα λόγια.
“Μήπως… μήπως καλύτερα να έρθεις κατευθείαν από εδώ παιδί μου; Έτσι κι αλλιώς δεν νομίζω να σε αφήσουν να περάσεις…”
Δεν θυμάμαι πώς έφτασα, δηλαδή το διάστημα από το ταμείο μέχρι το σπίτι είναι κενό στο μυαλό μου, πρέπει να έκανα ό,τι έκανα μηχανικά και αυτοματοποιημένα. Άρχισα πάλι να θυμάμαι από εκείνη τη στιγμή, με το λογαριασμό του ρεύματος πεσμένο πάνω στις σακούλες, που ήταν ριγμένες όπως να ‘ναι πάνω στο τραπέζι.
Ξαναχτύπησε το τηλέφωνο, πάλι ο θείος, ανησυχούσε πολύ. Με είχε σαν παιδί του από τότε που οι γονείς μου… από τότε τέλος πάντων.
“Είσαι σπίτι; Σε άφησαν να περάσεις;”
“Ναι. Δηλαδή όχι, δεν άφηναν, απλά ήρθα από άλλο δρόμο, δεν ήταν κανείς εκεί, πέρασα.”
“Να φύγεις παιδί μου. Να έρθεις εδώ.”
“Και το… σπίτι;”
Κενό. Και στο μυαλό μου και στη συνομιλία. Ούτε ο εκείνος ήξερε τι να πει, ούτε εγώ τι να σκεφτώ.
Τι παίρνεις από το σπίτι σου όταν φοβάσαι ότι δεν θα ξαναγυρίσεις σε αυτό; Τι θα ήταν απαραίτητο να πάρεις; Αν βιάζεσαι πολύ, τίποτα. Ναι, αλλά είναι το σπίτι σου. Το ΣΠΙΤΙ σου. Το ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ! Τη φωτογραφία στην κορνίζα που είμαστε όλοι μαζί στον κήπο εκείνο το Πάσχα; Ή το παλιό άλμπουμ που είχαν οι γονείς μου από τότε που γεννήθηκα; Τον υπνόσακο μήπως χρειαστεί να κοιμηθώ έξω απόψε; Ή το κουτί με τα γράμματα που αντάλλαζα με την αδερφή μου όταν σπούδαζε Αγγλία; Κάτι πρακτικό; Ή τα ενθύμια της ζωής μου; Τι προλαβαίνεις να πάρεις μαζί σου μια τέτοια στιγμή; Τι παίρνεις μαζί σου από το σπίτι σου;
Τι παίρνεις;
Τι αφήνεις;
Θυμάμαι άκουσα τις ειδοποιήσεις έξω. Εκκένωναν την περιοχή πια. Άκουσα και σειρήνες. Αλλά το μυαλό μου είχε κολλήσει τόσο πολύ που αμέσως στενοχωρήθηκα για το τροχαίο που φαντάστηκα ότι έγινε. Πάντως κάποιο ίχνος του δούλευε ακόμα, γιατί κουνήθηκαν τα πόδια μου, πήρα τα κλειδιά μου, βγήκα έξω και μπήκα στο αμάξι. Δεν πήρα τίποτα.
Δεν μπορούσα να πάρω τίποτα.
Πάγωσα.
Έφυγα. Γύρισα την πλάτη μου και έφυγα.
“Ευτυχώς παιδί μου φέρθηκες λογικά. Ευτυχώς. Άλλοι τρελαίνονται στη σκέψη και αρχίζουν να μαζεύουν πράγματα και τους προλαβαίνει το κακό, και…”
Λογικά; Φέρθηκα λογικά;
Ο θείος μου είχε αναλάβει να μιλήσει με τον πυροσβέστη και να μου μεταφέρει τα νέα. Προσπάθησε να μου το πει όσο πιο μαλακά γινόταν. Έδειξα να καταλαβαίνω τι μου λέει, αλλά έκανα τις πιο κουτές ερωτήσεις, και παρόλα αυτά εκείνος μου απαντούσε όσο πιο ήρεμα μπορούσε.
“Δεν έμεινε τίποτα;”
“Δυστυχώς όχι παιδί μου.”
“Ούτε οι φωτογραφίες;”
“Όχι… ούτε οι φωτογραφίες.”
“Ούτε η τηλεόραση;”
“Η τηλεόραση; Όχι παιδί μου.”
“Ούτε ο λογαριασμός του ρεύματος; Ήταν πάνω στο τραπέζι της κουζίνας.”
“Ούτε.”
Το κείμενο είναι φανταστικό,
περιγράφοντας όμως αληθινές καταστάσεις,
που δυστυχώς ζουν άλλη μια φορά
άνθρωποι γύρω μας.

Άρτεμη Φραδέλου