Κουκούτσια (της Μαρίας Κανδύλη)

Αργότερα σκέφτηκε πως υπεύθυνη ήταν ή ώρα. Οποιαδήποτε άλλη πιθανά δε θα πρόσεχε την τόσο συνηθισμένη εικόνα. Η αλήθεια είναι πως ήταν τόσο συνηθισμένη που πια χαρακτηρίζονταν αόρατη.
Οι συνηθισμένες εικόνες, οι συνηθισμένοι άνθρωποι, οι συνηθισμένες ζωές κάποτε φορούν το πέπλο του αόρατου και είναι δύσκολο έπειτα να το αποτινάξουν από πάνω τους. Δύσκολο όσο εύκολο ήταν όταν το φόρεσαν.
Τέσσερις το απόγευμα. Άνοιξη… O ήλιος μπαίνει στη μικρή κουζίνα διακριτικά, σαν να μην είναι σίγουρος εάν επιτρέπεται και όχι σαρωτικά όπως θα έμπαινε στις δώδεκα ή στις μία.
Φρόντιζε πάντα η κουζίνα της να είναι καθαρή, ίσως ψυχαναγκαστικά επειδή αυτό είχε μάθει από το πατρικό της.
«Η κουζίνα δείχνει την καλή νοικοκυρά Ελισάβετ, είναι το πρόσωπο του σπιτιού».
Αυτά ίσως ήταν τα μόνα λόγια που θυμάται ατόφια από τη μάνα της. Ενώ θα ήθελε στη μνήμη της να κυριαρχούσαν τα : «σ’ αγαπώ», «δεν πειράζει», «όλα θα πάνε καλά».
«Καλή νοικοκυρά σε μια άσχημη ζωή μάνα;» Αυτό ήθελε να τη ρωτήσει με θυμωμένο παράπονο χιλιάδες φορές. Η πρόταση ερχόταν στα χείλη με σπασμούς αλλά την κατάπινε πάντα. Την κατάπινε όλο και πιο δύσκολα κι όσο τα χρόνια περνούσαν σκάλωνε στο λαιμό, την έπνιγε.
Σκεφτόταν ότι θα τη στεναχωρούσε. Η μάνα ήθελε να πιστεύει πως η κόρη της ζούσε τη ζωή που ονειρευόταν. Τη ζωή που άξιζε να ζήσει. Είχε εξάλλου φροντίσει να της παρέχει από νωρίς οικονομική εξασφάλιση λησμονώντας να τη ρωτήσει εάν υπήρχαν φορές που ένιωθε συναισθηματικά ανασφαλής.
Όσο λοιπόν εκείνη ζούσε έπνιγε τα παράπονά της η Ελισάβετ που με την πάροδο των χρόνων είχε γίνει Έλλη. Όταν επιτέλους βρήκε το θάρρος και αποφάσισε να μιλήσει, η κυρά –Λένη πέθανε στον ύπνο της ξαφνικά μια ηλιόλουστη Τετάρτη. Πέθανε και η Έλλη έμεινε με τις λέξεις ανείπωτες. Μετά πήγαινε στο μνήμα της και έλεγε, έλεγε για ώρες. Ήταν όμως πεπεισμένη πως η κυρά –Λένη δεν άκουγε. Ίσως γι αυτό και άφηνε ελεύθερο τον εαυτό της να δείξει τα αληθινό του πρόσωπο. Η μάνα δεν υπήρχε περίπτωση να στεναχωρηθεί.
Αναστέναξε επιστρέφοντας στο παρόν και τα μάτια ξανακοίταξαν την εικόνα που της φανέρωσε ο ήλιος, τέσσερις η ώρα το απόγευμα.
Στο μικρό γυάλινο τραπέζι των δύο, άντε τριών ατόμων, πάνω στην καθαρή επιφάνεια, ήταν ένα μεταλλικό σκεύος σαν άκαμπτο δίχτυ. Μέσα σ’ αυτό -αντί ψάρια- φυλάκιζε φρούτα. Φρούτα εποχής, ανόμοια μεταξύ τους που πολλές φορές σάπιζαν χωρίς να τα τρώει. Τα άφηνε εκεί να γερνούν σιγά-σιγά, να χάνουν τη ζωντάνια τους. Τη ζωντάνια που την έκανε να τ΄ αγοράσει εξ ‘ αρχής. Στέρευαν οι χυμοί τους, μίκραινε το σχήμα, ο χρόνος υπέγραφε κάθετες ρυτίδες πάνω τους και τελικά τα πετούσε για να βάλει άλλα στη θέση τους, διαφορετικά, που όμως θα είχαν την ίδια μοίρα.
Τώρα σκέφτηκε πως ίσως της θύμιζαν τον παλιό της εαυτό. Εσωτερικά – μέσα της-εκείνα τα χρόνια που τα φρούτα δεν ήταν τροφή αλλά παγιδευμένα αντικείμενα, γερνούσε πιο γρήγορα απ’ αυτά η Έλλη. Πιο γρήγορα και πιο άκαμπτα.
Εξωτερικά παρέμενε η ίδια προσθέτοντας εδώ κι εκεί άσπρες τρίχες στα μαλλιά που μετά φρόντιζε να βάφει επιμελώς με το Νο 6,45 κάποιας επώνυμης μάρκας. Ήταν καστανή απόχρωση σα βασικό χρώμα μα το 0,45 του πρόσθετε κόκκινες ανταύγειες. Κόκκινες σαν τη ζωή που δε ζούσε.
Μέσα στο μεταλλικό σκεύος λοιπόν είχαν απομείνει δύο φρούτα όλα κι όλα. Πραγματικοί επιζώντες αν σκεφτείς πως βρίσκονταν μια εβδομάδα εκεί. Παλαιότερα θα ήταν απλοί αιχμάλωτοι που περίμεναν στωικά τη θανατική καταδίκη αλλά τώρα απλώς τα ξέχασε.
Το μπολ αντικειμενικά μικρό, αλλά έτσι όπως ήταν ολόκληρο στη διάθεσή τους φάνταζε τεράστιο. Δεν ακουμπούσαν καν μεταξύ τους. Το ένα στη μία άκρη, το δεύτερο στην άλλη.
Ίσως αυτή η πλασματικά τεράστια απόσταση που τα χώριζε, ίσως το εντελώς αντίθετο της όψης τους την έκανε να τα προσέξει. Τελικά μπορεί να μην ήταν υπεύθυνος ο ήλιος μα η απόσταση και το διαφορετικό.
Ένα σχεδόν ζουμερό ροδάκινο ξεδιάντροπα διατηρούσε τη φρέσκια υφή και το ροδαλό χρώμα του ενάντια στο χρόνο. Έκλεισε τα μάτια και το φαντάστηκε άκοπο ακόμα πάνω στο δέντρο που το γέννησε. Χαμογέλασε η Έλλη, το χάιδεψε η ματιά. Μετακίνησε ελάχιστα το βλέμμα και εστίασε επάνω στο άλλο φρούτο. Δεν απόρησε για την καλή φυσική του κατάσταση.
Μια καρύδα φερμένη από εξωτικούς τόπους, από κάπου που ήταν συνέχεια καλοκαίρι. Εκείνη την αγόρασε από τον κύριο Σωτήρη ευυπόληπτο ιδιοκτήτη συνοικιακού μανάβικου που ο ίδιος αποκαλούσε πολυκατάστημα και στρίμωχνε ανάμεσα στα τελάρα με τις ντομάτες και τα λεμόνια χαρτικά, είδη οικιακής χρήσης και κονσέρβες, χιλιάδες ετερόκλητες κονσέρβες αμφίβολης ποιότητας και προέλευσης.
Η καρύδα τοποθετήθηκε εκεί για ντεκόρ. Ταίριαζε με το σκούρο καφέ των ντουλαπιών, είχε υπολογίσιμο μέγεθος και σίγουρα μπορούσε να διατηρήσει ισορροπία μέσα το δίχτυ παίρνοντας δίκαια την αρχηγική θέση. Θα ζούσε περισσότερο, ξεκάθαρα πράγματα. Δεν είχε χάσει τίποτα από την αίγλη της, ήταν ακριβώς όπως όταν την αγόρασε. Καφέ, σκληρή με ανάγλυφη επιφάνεια που έντονα θύμιζε πανοπλία. Ενάντια στο χρόνο, ενάντια σε κείνη.
Η Έλλη δεν είχε καμία πρόθεση να αναμετρηθεί με αυτήν την ιδέα της εναντίωσης. Καταλάβαινε πως θα ήταν μια μάταιη μάχη. Για να έχει πιθανότητες να την κερδίσει θα έπρεπε να τη σπάσει, να της δημιουργήσει έστω μια μικρή οπή, σε σημείο που δε θα φαίνεται εύκολα, αναγκάζοντάς την να χαλάσει. Όμως αυτό το θεωρούσε πισώπλατο κτύπημα, ανορθόδοξο πόλεμο και αυτή είχε μάθει να χάνει πολεμώντας δίκαια.
Πλησίασε με βήμα αργό και κάθισε στη μια από τις δύο καρέκλες. Συνέχισε για λίγο να παρατηρεί το θέαμα και ύστερα – με δάχτυλα γεμάτα περιέργεια- τράβηξε το μπολ προς το μέρος της και κείνο διέσχισε την κοντινή απόσταση χαράζοντας τη γυάλινη επιφάνεια με έναν συρριχτό ήχο.
Σαν άπιστος Θωμάς η Έλλη θέλησε να αγγίξει το ροδάκινο. Δεν εμπιστευόταν την όραση. Το πίεσε με τον δεξιό δείκτη, το ζούληξε δυνατά, σίγουρη που θα γέμιζε μπαγιάτικους χυμούς το δάκτυλο.
Έκανε λάθος.
Η απόκρουση ήταν άμεση και σκληρή. Σκληρή σα την επιφάνεια του φρούτου που από κοντά ήταν πιο ρόδινο.
Χάιδεψε καθησυχαστικά την καρύδα. Ήταν οικεία, εκτελούσε τον προβλέψιμο ρόλο της. Παρέμενε αναλλοίωτη επειδή έτσι ήταν το σωστό. Η σκέψη του σωστού δεν την ευχαρίστησε και τόσο. Κάποτε ίσως ναι θα ένιωθε εντάξει με το προφανές πόρισμα μα όχι τώρα. Όχι τώρα.
Αναλογίστηκε τι κοινό είχαν αυτοί οι δύο μαχητές. Δεν μπορεί, κάτι κοινό θα είχαν εκτός των τόσων διαφορών. Γέλασε η Έλλη μεγαλόφωνα μπροστά στο αίνιγμα των ομοιοτήτων, χωρίς να φοβάται πως ο ενθουσιασμός της κάποιον θα ενοχλούσε. Γέλασε και πήρε αγκαλιά και τα δυο φρούτα που κατά περίεργο τρόπο πίστεψε, τη στιγμή εκείνη, ότι αντιπροσώπευαν το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον της.
Κουκούτσια!!
Αυτό ήταν το κοινό τους γνώρισμα. Πως δεν το είχε σκεφτεί αμέσως;
Η καρύδα ολόκληρη ένα τεράστιο σκληρό κουκούτσι. Προστάτευε σθεναρά ένα ευάλωτο εσωτερικό, μια ψίχα που είχε ανάγκη την πανοπλία της.
Θυμήθηκε πως κατά την παιδική της ηλικία είχε την απόλυτη βεβαιότητα πώς οι καρύδες δεν είχαν τίποτα μέσα τους. Ότι ήταν συμπαγή και απλά διακοσμητικά αντικείμενα φτιαγμένα από ξύλο. Αυτό πίστευε και πέρασαν κάμποσα χρόνια μέχρι να διαπιστώσει πως δεν ήταν έτσι.
Το ροδάκινο από τη άλλη φορούσε την πανοπλία του κατάσαρκα. Σκέφτηκε πως είτε είχε υπερβολική αυτοπεποίθηση είτε απλά δεν το ένοιαζε αν κατάφερνε να επιβιώσει.
Η καρδιά του, αυτή η σχεδόν πέτρινη καρδιά, θα άντεχε. Δύσκολα κάποιος θα την τσάκιζε. Με γυμνά χέρια αποκλείεται, με τα δόντια ούτε συζήτηση. Θα έπρεπε να χρησιμοποιήσει αιχμηρό εργαλείο ή πέτρα, κάτι που φάνταζε περιττό και κουταμάρα.
Πέτρινη καρδιά, σκληρή, αδιαπέραστη όπως σε μερικούς ανθρώπους. Φαινομενικά ροδαλούς, ευαίσθητους, χειραγωγήσιμους μα μέσα τους, μέσα τους μια κρυφή δύναμη που όταν έφτανες εκεί ξαφνιαζόσουν και ζητούσες συγνώμη για τη λάθος εκτίμηση.
«Αγαπημένα μου φρούτα» ψιθύρισε η Έλλη βάζοντάς τα προσεκτικά στη θέση τους «τόσο ανθρώπινη η μορφή σας». Τα τοποθέτησε αλλά μείωσε την προηγούμενη τους απόσταση εκμηδενίζοντάς την. Τα έβαλε πολύ κοντά. Να αγγίζονται.
Η ώρα είχε πάει πέντε και αναλογίστηκε πως τώρα-εδώ στην κουζίνα της- ανακάλυψε ένα παραπάνω μυστικό για τη ζωή, για τα φρούτα, για κείνη κι ήθελε να το μοιραστεί με αυτόν που εδώ και μερικά χρόνια είχε μαλακώσει τους χτύπους της δικής της καρδιάς και την είχε κάνει να πάψει να είναι πια πέτρινη.
Έσπρωξε με μια κίνηση την καρέκλα προς τα πίσω για να σηκωθεί και πήγε σχεδόν τρέχοντας στην ανατολική πλευρά του σπιτιού, εκεί που μεγάλωνε τρυφερά το δωμάτιο του θετού της γιου του Γιώργου. Χωρίς να μπορεί να κρύψει τη γεμάτη ενθουσιασμό ανυπομονησία της χτύπησε δυνατά την πόρτα.

culturebook.gr